Ευτυχία*

Ευτυχία*

Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

ΞΑΝΑ ΕΞΟΥΣΙΑ.


Στην ουσία μισούν τον εαυτό τους 
κι αυτά που κάνουν

αυτά που μέσα τους ποθούν 

και τα καταδικάζουν
από παιδί αναρωτιόμουν ποιος έχει τη δύναμη
αυτός που χτυπάει
 ή αυτός που πονάει
βαθιά μέσα τους θα γελούν αν πεθάνεις
γιατί μισούν αυτό που είσαι 
κι αυτό που κάνεις





Το παιχνίδι της εξουσίας, Στέρεο Νόβα
artwork: Εvie Cahir

LE.



«Ο γκόμενός σου μοιάζει με πατέρας σου», της λένε.

«Ο άντρας μου», διορθώνει αυτή 
και συνεχίζει 
καμαρωτή 
να περπατάει στις μύτες των ποδιών της 
ενώ φεύγει 
μακριά τους.



ΧΗΡΕΣ.


Τις προάλλες στο δρόμο συνάντησα μια αράχνη.
Πλησίαζε μια γιορτή που γινόταν στη χωματερή.
Από μακριά, τα λεπτά και ψηλά της ποδαράκια φαίνονταν σαν να μπλέκονται.
Όμως αυτή, ήξερε πολύ καλά να πατάει σ'αυτά.
Ήξερε να κρατάει το ρυθμό και όποτε χρειάζεται να επιταχύνει, να επιβραδύνει και καμιά φορά να χορεύει κιόλας.



THEN COLOUR.

Το μαύρο χρώμα απαγορεύτηκε.
Έτσι κι εγώ, σαν να μην έχω καμία άλλη επιλογή, πήρα το μεγάλο γαλάζιο σεντόνι, έβαλα μέσα όλα τα ρούχα που είχα και τα έπλυνα σε ζεματιστό νερό μπας κι μπερδευτούν τα χρώματα μεταξύ τους,
Καμία έκπληξη, το καθένα κράτησε το δικό του.
Καμία διάθεση αλλαγής.



Σάββατο, 9 Μαΐου 2015

ΚΙ ΑΕΡΑ ΣΤΑ ΠΑΝΙΑ ΜΑΣ.

Κάθομαι στο γραφείο μου, όπως παλιά.
Άλλαξα θέση τα πράγματά μου.
Πάλι.
Τα γύρισα από δω, από κει.
Αναποφάσιστη ή απλά έχω καταλάβειπως κοροιδεύω το εαυτό μου και πως το πρόβλημά μου δεν ήταν ποτέ η θέση των επίπλων.
Το γραφείο μπήκε στην αρχική του θέση.
Στο παράθυρο,
Σήμερα συμμάζεψα καθάρισα και έκανα όσες επισκευές μπορούσα για να λειτουργώ με καθαρό μυαλό στη σκηνογραφία μου.
Το κουτάκι μου σε αυτή την πόλη.
Ή και στον κόσμο.
Η ετεροτοπία μου για τους άλλους.


To γραφείο επιτέλους ξανά στη σωστή του θέση.
Νιώθω ξανά σπίτι μου αυτή τη στιγμή που γράφω.
Βέβαια, νιώθω πολυ μελαγχολικά.
Δεν ξέρω αν είναι για καλό ή για κακό.
Έχω κάτι που με στροβιλίζει.
Όλη μέρα σήμερα ψάχνω εμμονικά ένα σκούρο κραγιόν και ένα λαστιχάκι.
Όχι ότι μου είναι τόσο σημαντικά.
Ούτε πως τα χρειάζομαι.
Βέβαια δεν είναι η σπουδαιότητά τους που τα κάνει αγαπητά ή πολύτιμα.
Ούτε το πόσο αναγκαία είναι.
Από ανάγκες, άλλο τίποτα.
Το μυαλό μου εκεί, να αυθυποβάλλεται.
Κλείνω μάτια και γράφω τυφλά.
Ο αέρας μυρίζει Βερολίνο.
Φυσάει τέλεια.

Σωστή ένταση, σωστή θερμοκρασία, σωστά αρώματα, σωστή ώρα.
Ίσως πήραν νέα λουλούδια οι γείτονες, ίσως κάνουν σεξ οι απέναντι, ίσως το παιδάκι στον πέμπτο έπεσε για ύπνο, ίσως η κυρία με τις γάτες είναι καλύτερα στην υγεία της, ίσως απολαμβάνουν κι άλλοι τον αέρα αυτό στις ταράτσες τους.


Ωραία όλα αυτά και αγαπημένα. 
Ωραίες και οι αλλαγές.
Ωραίες και οι φυγές.
Ωραίες και οι αποφάσεις και οι σκέψεις και όλα αυτά και τίποτα και τα λόγια είναι εύκολα.
Αχ.
Εχω στο μυαλό μου κάποιον μάλλον.
Κι αν δεν είμαι αρκετά γενναία για να τον σκεφτώ, δεν θα φύγει η νεκρίλα από το βλέμμα μου, δε θα φύγουν οι εμμονικές πράξεις αποφυγής.
Αν φέρω στο νου μου όμως αυτές τις στιγμές ή πόσο μάλλον τις ζήσω, είμαι τόσο χαρούμενη.


Να τα βράσω και τα χαμένα κραγιόν και τα λαστιχάκια.
Καλοτάξιδα ας είναι.
Προτιμώ τον έρωτά μου.
Kι ας μελαγχολώ.
Τουλάχιστον απολαμβάνω τα μοσχοβολιστά αεράκια.
Αυτά κι αν είναι εμπειρίες.

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΚΟΙΝΟ.

Αυτές τις μέρες, τελείωσαν τα γυρίσματα της ταινίας μου και με αφορμή παραστάσεις φίλων, έχω γίνει τακτική στα θέατρα.  Ως θεατρολόγος -τουλάχιστον- θα ΄πρεπε να είναι κάτι πολύ λογικό και να μην το αναφέρω καν.  Απ'την άλλη, ποτέ δεν ήμουν πολύ άνετη με το να παρακολουθώ παραστάσεις. Γιατί να νιώθω τόσο άβολα όντας θεατρικό κοινό ενώ αντίθετα στο σινεμά νιώθω τόσο οικεία; Συζητώντας το, με τα χρόνια διαπίστωσα πως η δυσκολία αυτή, δεν είναι καθόλου μα καθόλου αδιάφορη και ίσως έχει και παρακλάδια σε ερμηνείες γενικότερες ως προς τη φύση των δύο αυτών τεχνών είτε ως ολότητες είτε πιο ειδικά, ως προς την ιδιότητά του ίδιου του «μέσου», την οποία σαφώς φέρουν αμφότερες. Και με αυτό εννοώ κάτι πολύ απλό, το οποίο όλοι μπορούν να κατανοήσουν με το βασικό σχήμα της επικοινωνίας.  Ωστόσο, σηκώνει ιδιαίτερη ανάλυση το θέμα της θέασης και το σχήμα αυτό φιλοσοφικά αν σκεφτούμε τους παράγοντες και τις επιμέρους παραμέτρους και συνθήκες. Με έχει απασχολήσει όσο τίποτα άλλο η σχέση του θεατή και του θεάματος και πιστεύω πως δεν μπορεί παρά να είναι στο κέντρο του ενδιαφέροντος για όποιον ασχολείται με αυτά τα πράγματα.
Για να μην κάνω όμως υπεραναλύσεις, καθώς δεν ξεκίνησα για να γράψω αυτό, θα συνοψίσω τη θέση μου.

  Στον κινηματογράφο,  βολεύομαι και παρακολουθώ εκστατικά στην απόλυτη ησυχία- τσίχλες και ποπ κορν είναι αιτία καβγά-, νιώθοντας φιλόξενα, οικεία μα πάνω απ' όλα, ασφαλής. Μου αρέσει να βυθίζομαι στο κάθισμά μου, σχετικά μπροστά και να χάνεται το βλέμμα μου στην τεράστια οθόνη και στον ήχο που περιβάλλει. Με χαλαρώνει πολύ, μου αρέσει και νιώθω μαγεμένη. Συνήθως εντυπωσιάζομαι και αναρωτιέμαι πώς έχει γίνει κάτι ή αν με συνεπάρει τόσο η ταινία, ταράζομαι και παίρνω και εκφράσεις ασυνείδητα. Ωστόσο όταν μου αρέσει μια ταινία θέλω να τη δω και να την ξαναδώ για να μπορέσω να τη δω όπως θα ήθελα τελικά, να μπορέσω να καταλάβω κάποια πράγματα στη σειρά, να προσέξω λεπτομέρειες κοκ. Πόσο αλλάζει βέβαια όλο αυτό το αίσθημα όταν αλλάζει και ο τρόπος προβολής. Μιλώ για την κινηματογραφική αίθουσα και την οθόνη του λάπτοπ.

  Στην άλλη πλευρά, νιώθω πως όταν βρίσκομαι στο θέατρο ειμαι εκτεθειμμένη, η προσοχή μου πρέπει να βρίσκεται στο μέγιστό της προς όλα τα ερεθίσματα επί σκηνής, πρέπει να συγχρονιστώ και να μπω στον κόσμο που μου παρουσιάζεται αφήνοντας ακόμα και το σώμα μου να παραδοθεί σε αυτή την ετεροτοπία και τέλος, νιώθω ότι κι εγώ γίνομαι θέαμα από την απέναντι πλευρά. Είμαι σε πολύ δύσκολη θέση κι έτσι πολύ επιλεκτικά βάζω τον εαυτό μου σε αυτή τη διαδικασία. Ωστόσο, κάποιες φορές η θεατρική εμπειρία είναι τόσο δυνατή που με το μόνο που μπορεί να συγκριθεί είναι κάποιο πρώτο ραντεβού με ένα μεγάλο έρωτα. 
  Και αυτό πιστεύω έχει να κάνει με τρία πράγματα που υπάρχουν στο θέατρο και τελικά καταλήγουν σε ένα. α) το φυσικό μέγεθος (θεατές και ηθοποιοί παρά τις όποιες σκηνογραφικές επιλογές) β) ο σύγχρονος χρόνος και ενιαίος χώρος (όλοι βιώνουν την ίδια εμπειρία- και θέαμα και θεατής) γ) η συνείδηση της μη επαναληπτικότητας (ποτέ δε θα γίνει η ίδια παράσταση με το ίδιο κοινό, στον ίδιο χώρο, τον ίδιο χρόνο με τον ίδιο τρόπο) και άρα όλα αυτά είναι ένα: το πραγματικό/το ζωτικό. 
Στο σινεμά συνειδητά βλέπουμε κάτι φανταστικό, κάτι τεράστιο σε σχέση με εμάς, κάτι που έχει δύο διαστάσεις, είναι περιορισμένο σε μια επιφάνεια, είναι υλικό και μπορεί ανά πάσα στιγμή να κοπεί, να μεταφερθεί, να επαναληφθεί κλπ. 
Φυσικά καμία αξία δεν αναιρείται, δεν σημαίνει πως κάτι είναι σωστό ή κάτι λάθος και προφανώς η κάθε τέχνη έχει το δικό της λόγο ύπαρξης και τη δική της ουσία.
  Το θέμα είναι πως το κοινό του θεάτρου και του κινηματογράφου δεν φέρουν την ίδια ευθύνη σε καμία περίπτωση.
Δεν μου αρέσει να μιλώ τόσο καταφατικά, αλλά μου αρέσει να ορίζω σκέψεις μου και ύστερα ας τις συζητάμε ή ας τις αμφισβητώ. Αυτή είναι μια από αυτές, συνοπτικά.
  Βγαίνοντας από το θέατρο αυτές τις μέρες ένιωσα πιο ενήλικο κοινό, μου άρεσε η εμπειρία, αλλά μου άρεσε και το γεγονός ότι βγαίνοντας συνειδητοποιούσα γιατί φουντώνουν μέσα μου έντονα αισθήματα. Ήθελα να γράψω κάποιες κριτικές για αυτά που είδα - και ίσως να είχε κάποια αξία - και μάλιστα μελέτησα για κάποια από αυτά αρκετά αμέσως μετά τις παραστάσεις, αλλά δεν ξέρω αν θέλω. Είμαι σε δίλημμα. Το να βγάλω λόγο καμιά φορά είναι πολύ ενοχλητικό και επώδυνο και ίσως στοιχίζει και σε ανθρώπινες σχέσεις. Οι κριτικές είναι σκληρό πράγμα. Αποφάσισα λοιπόν πως πχ. την οργή μου σε σχέση με μια σκηνοθετική απόδοση που είδα και θεώρησα χυδαία και χωρίς αισθητική, δε θα τη θάψω και δε θα τη σχολιάσω γραπτώς, αλλά θα τη συζητήσω. Δεν ξέρω πόσο νόημα έχει, ξέρω όμως πως μου άρεσε το γεγονός ότι αρπάχτηκα με τον εαυτό μου μέχρι να βρω γιατί εκνευρίστηκα τόσο πολύ και γιατί παίρνω στα σοβαρά ακόμα και έναν τόσο πλαστό κόσμο.
  Τέλος, σκέφτομαι πως ασυνείδητα από μικρή, κάτι με μάγκωνε με το θέατρο και ακόμα δεν ξέρω τι ακριβώς, αλλά σίγουρα η δυσλειτουργία μου αυτή, με τα χρόνια και την τριβή με το ίδιο το αντικείμενο, μου φαίνεται πιο γοητευτική και αληθινή. Στην τελική θα θελα να είμαι κοινό που σέβεται και το θέαμα και τον εαυτό του.


Πέμπτη, 16 Απριλίου 2015

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ.



Ανέβαινε τα σκαλοπάτια δύο δύο.
Τίποτα το περίεργο:
κάποιος
π' ανέβαινε τα σκαλοπάτια δύο δύο.
Στάθηκε και τον κοίταξε.
Αυτός κατέβαινε.

Χρίστος Λάσκαρης

Stanley Donwood

ΑΠΛΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ.


όλα είναι τόσο απλά 
ακούς 
ή σκέφτεσαι
αλλά εσύ θες να πεις πως 
όχι
δεν είναι
αλλά δεν ξέρεις τι να πεις
δεν ξέρεις την κατάφαση
δεν ξέρεις 
ποιό είναι το αντίθετο του «απλά»
και ψάχνεις
δοκιμάζεις
όλα είναι τόσο σύνθετα
όλα είναι τόσο φορτωμένα
όλα είναι τόσο περίπλοκα
όλα είναι τόσο πολύπλοκα
όλα είναι τόσο 
όλα είναι
όλα






ΤΑ «ΞΑΝΑ».

Ξανά σε αυτό το τραγούδι, ξανά σε αυτό το κλιπ.
Ξανά στο 2011
Ξανά όταν ξεκίνησα τις Ιστορίες
Ξανά νέα στην Αθήνα
Ξανά ερωτευμένη
Ξανά μόνη σε νέο σπίτι
Ξανά ενθουσιασμός
Ξανά ανακαλύπτω τον Τομ

Όχι.

Τα «ξανά» είναι τόσο ανούσια και άπιαστα.
Ούτε «ξανά», ούτε «πάλι».
Τίποτα επαναληπτικό.
Μόνο το θάρρος του νέου και του άγνωστου θέλει ένας μύθος.

Θα μου πεις, υπάρχει μύθος χωρίς τους μαγικούς αριθμούς;
Χωρίς τη μία, τη δεύτερη, την τρίτη φορά;

Άτιμη ισορροπία.
Συμπληρωματικότητες και ετεροχρονίες.



Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΧΩΜΑ.

Είναι δύο φορές μέσα στη διάρκεια της μέρας που δεν μπορώ να βρω τον ορίζοντα.
Αμέσως μόλις οι στιγμές αυτές περάσουν ή ένα τσικ πριν, εστιάζω τη ματιά μου καλύτερα και τον ξαναβρίσκω.
Όλα είναι γκρι, σχεδόν γαλάζια.
Φαντάζομαι να απλώνω το χέρι μου, να αγγίζω και να δοκιμάζω με ένα δάχτυλο τη θερμοκρασία του ουρανού. Την ώρα αυτή είναι πάντα δροσερός.
Αυτή η ηρεμία με τρελαίνει όμως.
Μπαίνω στο αμάξι και ξηλώνω τα μπροστινά καθίσματα.
Ψάχνω μανιακά κάτι.
Ίσως ένα χάρτη.
Ίσως ένα φακό.
Ίσως ακούω κάποιον ήχο.
Βάζω μπρος.
Είμαι σε ένα τοπίο άγνωστο με πολλά δέντρα.
Παγωμένο τοπίο, χειμωνιάτικο.
Μόνο φως αυτό το λευκό, της πορείας μου.
Μπαίνω και τρέχω στο δάσος.
Μοιάζει με ένα μέρος που έχω βρεθεί στο παρελθόν στο Βερολίνο.
Προάστιο.
Απρόσωπο.
Κινηματογραφικό.
Κάρβουνο.
Όλα σβήνουν.
Καρέ πιο αργά από αυτά που αντιλαμβάνεται το ματι.
Κοιτώ πίσω και χάνω το περιβάλλον.
Μόνο μπροστά.
Εχω γίνει αμάξι,
Με οδηγούν τα φώτα μου. 
Βλέπω ό,τι φωτίζω.
Κάθομαι στο πάτωμα.
Κάθομαι ή σκοντάφτω.
Δεν μπορώ να αποφασίσω.
Σίγουρα νιώθω χώμα.

Δεν με πιστεύει κανείς όταν αφηγούμαι την ιστορία αυτή.



SONGS OF THE SEA.



Μακάρι να ήξερα να οδηγώ.
Θα έκανα μια μακρινή βόλτα κάθε Κυριακή.
Τις άλλες μέρες θα έβαζα μουσική και θα έκανα αστικές διαδρομές.
Ποτέ δεν ήμουν παιδί της φύσης.
Αλλά τα ταξίδια πάντα τα αγαπούσα.
Σήμαιναν κάτι.
Ένα ταξίδι είναι ένα σημείο αρχής και τέλους.
Ένα όριο.
Αυτό έγινε πριν το ταξίδι σε εκείνο το μέρος ή αυτό ήταν τότε που με τον τάδε είχαμε πάει εκεί κοκ.
Πολλές φορές αναρωτιέμαι τι θα λέω και τι θα δείχνω στα παιδιά μου από το παρελθόν. 
Τί κάνω σήμερα για να το μοιραστώ με το παιδί μου;
Την ταινία μου;
Τους φίλους μου;
Εχω μια ζωή που θα ήθελα να κρατήσω σε φωτογραφίες;
Εχω κάτι να γεμίσω τα άλμπουμ όπως έκαναν οι γονείς μου;
Φοβάμαι.
Αυτές οι εποχές περάσαν.
Θα έχουμε τις ρέπλικες, όπως λέει και ο φίλος μου ο Θανάσης.
Αυτό το Πάσχα μείναμε για άλλη μια φορά λίγοι ρομαντικοί στην πόλη σε αναζήτηση περιπέτειας.
Ή και σε παράδοση των όπλων σε μια Αθηναΐκή ανοιξιάτικη μελαγχολία.
Περίπατος σε άδειους κεντρικούς δρόμους, σε κλειστά σινεμά, σε καταλήψεις που παίζουν δυνατά βαλς, σε βρώμικα στενά και σε άλλα τέτοια ποιητικά σημεία.
Χαρτογραφώντας την πόλη ξανά.
Ώσπου να μην τη θυμόμαστε.
Αντιπραγματικότητα.
Με σκοτώνει το ότι δεν έχει εφευρεθεί η χρονομηχανή ακόμα.
Δεν μπορώ να αποφασίσω σε ποια διάσταση είμαι παγιδευμένη.
Στο χρόνο ή στο χώρο.
Ίσως γι αυτό να έχουμε τάσεις φυγής τελικά.
Ίσως οι τάσεις φυγής ανήκουν κυρίως στην άλλη διάσταση.
Προσπαθούμε να ξεφύγουμε αλλάζοντας χώρο 
αφού για το χρόνο δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.



Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ.

Αυτός είναι πάντα ένας.
Και είναι εκεί σε κάθε φαντασίωση, σε κάθε επιθυμία, σε κάθε θρήνο, σε καθε τάφο, σε κάθε αναζήτηση, σε κάθε διαδρομή, σε κάθε χρόνο, σε κάθε πόρτα, σε κάθε λέξη, σε κάθε ήχο, σε κάθε υποσυνείδητο, σε κάθε πράξη.
Σε κάθε τέλος και κάθε αρχή.
Είναι πατέρας, φίλος, εραστής, αδερφός, άντρας, δάσκαλος, άγνωστος, σύντροφος.
Είναι αυτός που λείπει, αυτός που είναι εκεί πάντα ή αυτός που δεν υπήρχε ποτέ.
Είναι αυτός που ακούει, είναι αυτός που τα έχει πει όλα.
Είναι αυτός που με τη φωνή του, τρυπάει.
Είναι αυτός ο ξεχωριστός.
Είναι αυτός που δημιουργεί.
Είναι αυτός που είναι τέλειος.
Είναι αυτός που όπου και να βρεθεί, τον συναντά.
Αυτός που βρίσκεται στα μάτια του κάθε άλλου ανθρώπου.
Αυτός που είναι όλα.
Όλα.
Μα πάνω απ’όλα είναι ένα.

Είναι ο άνθρωπός της.