Ευτυχία*

Ευτυχία*

Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

ΠΡΟΝΥΜΦΗ.

Kάθομαι στην καρέκλα.
Εχει πάει 8 το πρωί.
Πάλι δεν κοιμήθηκα.
Τις τελευταίες μέρες δεν κάνω τίποτα.
Δεν έχω διάθεση.
Ούτε να βγω, ούτε να δω ανθρώπους, ούτε να σηκωθώ, ούτε να κινηθώ, ούτε τίποτα.
Ούτε μου αρέσει που ξαπλώνω, δεν χαίρομαι το φαγητό μου.
Το σπίτι είναι βρώμικο και έχω παντού απλωμένα ρούχα και πεταμένα πράγματα.
Δεν αντέχω να τα βλέπω, αλλά δεν κάνω κάτι γι αυτό.
Στέκομαι απέναντι στον καθρέφτη ώρες.
Ρημάζω το δέρμα μου και τα μαλλιά μου.
Αυτοκαταστρέφομαι διαρκώς.
Ό,τι μου έχει μείνει.
Το γνωρίζω και συνεχίζω.
Τα κάνω όλα με απόλυτη ηρεμία.
Νιώθω πιεσμένη, αλλά αυτό δεν εξωτερικεύεται παρά μόνο σε βλέμματα. 
Ίσως και γι αυτό δε θέλω να δω κόσμο.
Δεν νιώθω τίποτα.
Ουτε πως έχω λόγο να το κάνω, ούτε να σταματήσω.
Κάθομαι στην καρέκλα. 
Πιάνω την παντόφλα μου να δω γιατί γλιστράει όποτε την πατάω.
Ο πάτος της είναι κόκκινος.
Κοιτάω πάνω από τον ώμο μου με φρίκη.
Μένω ακίνητη.
Βουρκώνω αλλά δεν κλαίω.
Συνειδητοποιώ πως έχω αφήσει ίχνη αίματος στο πάτωμα.
Είμαι ένα σαλιγκάρι.
Απορώ τι μου συμβαίνει.
Αίμα, αίμα, αίμα.
Δεν το σιχαίνομαι, δεν με φρικάρει.
Δεν μου αρέσει.
Σηκώνομαι σαν ερείπιο και στέκομαι πάνω στους λεκέδες.
Το χέρι μου τρέμει λίγο.
Το νιώθω όσο ακουμπάει στην κοιλιά μου.
Νιώθω πως είμαι ένας τρίτος άνθρωπος.
Εχω μπει σε ένα ρόλο.
Είμαι ο ρόλος.
Είμαι άλλη.

Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

ΣΠΑΣΜΕΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ.



Σπασμένοι άνθρωποι.



Είναι μικρή.
Την αγαπώ όσο τίποτα στον κόσμο.
Μπερδεμένη.
Χαμένη από μένα, από εμάς, από αυτούς, από όλους, από εκείνη.
Είναι μόνη.
Είναι μικρή για τόση ευθύνη και τόσο ράγισμα.
Αυτοί που αγαπάμε είναι πάντα μικροί για μεγάλες ευθύνες.
Θέλουμε να τους πάρουμε από το χέρι.
Θέλουμε να τους προστατεύσουμε.
Θέλουμε να τους πάμε σπίτι.
Θέλουμε να μην είναι ποτέ δυστυχισμένοι.
Θέλω να μην είναι ποτέ δυστυχισμένη.
Θέλω να μην είναι ποτέ μόνη.
Δεν μπορώ να τη βοηθήσω όμως.
Απλά την παρατηρώ να γίνεται θρύψαλα.
Και αυτή είναι η δική μου δυστυχία.


Μου θυμίζει ένα τραγούδι που άκουγα στην εφηβεία μου και νόμιζα πως ταυτιζόμουν.
Κανείς δεν είναι σπίτι.
Κανείς δεν είναι για σένα σπίτι, μάλλον.
Σαν το «δεν έχω χρόνο», που λέμε και εννοούμε «δεν έχω χρόνο ΓΙΑ ΣΕΝΑ».
Είναι χαμένη.
Δεν ξέρω καν αν τη βλέπει κανείς ή αν έχει γίνει διάφανη.
Αν τα σπασμένα κομματάκια της την έχουν τρυπήσει τόσο που πια δε φαίνεται.
Βλέπω φωτογραφίες παλιές και πλημμυρίζω ευτυχία.
Βλέπω ένα χαμόγελο και βλέμματα που λένε μία λέξη-αυτή που λείπει, αυτή που πονάει: σπίτι.
Γι'αυτό και η υπέρτατη δυστυχία είναι να μην έχεις που να γυρίσεις.
Να μην έχεις χώρο, να είσαι παντού.
Δεν έχουν σημασία τα γιατί και τα πως εδώ.
Το μόνο που έχει αξία είναι η αγάπη εδώ.
Κανένα λάθος, κανένα πρόβλημα, κανένας φόβος.





Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

ΝΑ ΜΑΘΕΙΣ ΝΑ ΦΕΥΓΕΙΣ.

Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών
Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν
Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας
Να φεύγεις  - αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς
Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για το δρόμο
Να τρέχεις μακρυά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι
Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο
Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ
Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε
Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου
(Όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας - αποδέξου το)
Να σταματήσεις να αγαπάς τον Μέλλοντα, όταν αυτό που έχεις είναι ο Ενεστώτας
Να φεύγεις από εκεί που δεν ξέρεις γιατί βρίσκεσαι - από 'κει που δεν ξέρουν γιατί σε κρατάνε
Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες, μέρη που περπάτησες
Δεν έχεις τόση περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις
Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι
Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη Άνοιξη
Να φεύγεις από εκεί που δε σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι
Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο
Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω - δεν τους το χρωτάς
Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, το χρόνο σου και την καρδιά σου
Μην πιστεύεις αυτά που λένε - η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει
Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει
Να μην συγχωρείς όσους δεν σου έπλυναν τα πόδια σου με δάκρυα μετανοίας
Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς, οι τρίτες για τους γελοίους
Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών, να ονομάζεις σχέση την σχέση την κοροϊδία κοροϊδία
Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει σαν μωρό
κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλυφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο
Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα, όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου
Και. Να μάθεις να φεύγεις. Από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες
Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα
Να φεύγεις από όσα νόμισες γι' αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ' αυτά


υπέροχο κείμενο της Θολές Ιστορίες

ΑΝΤΙΚΤΗΤΙΚΟΤΗΤΕΣ.



Είναι δικός μου, είμαι δική του.
Κανείς δεν είναι κανενός.


Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

EXCLUSIVITIES.

ΕΑΝ ΠΕΘΑΝΩ ΝΕΑ.

Πορτραίτο μου από το Θωμά Αρσένη
Θυμήθηκα τον  αγαπημένο μου Cory Monteith που πέθανε νέος και στο μυαλό μου γυρνάει συνεχώς το τραγούδι If I die young (σε αυτή την εκδοχή).
Χωρίς να είναι κάτι συγκλονιστικό , με συγκινεί κάθε φορά που το ακούω.
Σκέφτομαι πόσο ανατριχιαστικές είναι κάτι τέτοιες στιγμές και πόσο ξανα-εκτιμάει κανείς από το μηδεν τη ζωή του με τέτοιες αφορμές.
Εχω αυτό το φόβο. Ότι θα πεθάνω νέα.
Αλλά δεν το σκέφτομαι συχνά.
Απλά προσπαθώ να είμαι ευτυχισμένη, να μη φοβάμαι να νιώθω και να είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου-αρχικά- και να μην καθυστερώ αυτά που θέλω να ζω, όχι απλά για να τα προλάβω, αλλά γιατί έρχονται συνεχώς νέες ιδέες και επιθυμίες.
Όποτε το σκέφτομαι όμως, ψάχνω να δω αν θα μπορούσα να προετοιμάσω τα άρτομα που αγαπώ και πώς θα ήθελα να αποχαιρετήσω.  (Φυσικά, αν δεν πρόκειται για κάτι αιφνίδιο.)
Θα το έλεγα στη μαμά μου; Θα τους ζητούσα να με συνοδεύσουν με κάποιο τραγούδι; Θα άφηνα σημειωμα σε κάποιον ανεκπλήρωτο έρωτα; Θα χάριζα πράγματά μου; Θα πήγαινα ταξίδι κάπου μακριά; Θα αγόραζα γυάλινο φέρετρο ή θα ζητούσα να με σκορπίσουν στη θάλασσα με λουλούδια;
Θα αποκάλυπτα κάποιο μυστικό μου ή θα έγραφα κάπου ιδέες που θα ήθελα να πραγματοποιήσω;
Δεν έχω καταλήξει σε κάτι και αν ναι, ίσως αυτό που κάνω τώρα είναι αυτοφορέας του ίδιου του του εαυτού.
Καλώς ή κακώς, είμαι ένας άνθρωπος δημιουργικός.
Και αυτό σημαίνει πως τα κομματάκια που μπορεί να αφήνω από δω κι απο κει σήμερα, για να εκφράζομαι, ίσως είναι ο τρόπος μου να ζητήσω από τους άλλους να με θυμούνται αν δεν είμαι εγώ η ίδια παρούσα.
Και αυτό το στοιχείο θνητότητας και ανάγκης για μνήμη, τέλος, είναι το πιο συγκινητικό με τους ανθρώπους και ο λόγος για τον οποίο χρωστάμε να αγαπάμε τον εαυτό μας και είμαστε πιστοί σε όσα νιώθουμε χωρίς πολλές σκέψεις χρόνου.

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014

ΤΥΧΑΙΕΣ ΧΑΡΟΥΜΕΝΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ.

Είναι σαν ο Σοπενχάουερ να θέλει να χορέψει Μερς Κάνινγκχαμ, μου λέει ο άνθρωπος που θαυμάζω στον ύπνο μου. Μου ζητάει να χαμογελάσω αμυδρά και μου φιλάει το λακάκι που κάνω στο μάγουλο, αλλά το βλέπουν μόνο λίγοι και καλοί. Είσαι ένα εγκεφαλικό ανθρωπάκι, λέει. 
Ξυπνάω χαρούμενη και μπερδεμένη. Κινούμαι στο σπίτι σαν να είμαι ο Παρθενώνας, από την κούραση. Στον καθρέφτη βλέπω μια αναμαλλιασμένη Μαφάλντα να ρωτά την τσατσάρα της αν είναι ταραγμένη. 
Ανακαλύπτω μετά από τέσσερα χρόνια ότι έχω πρόσβαση σε ταράτσα που βλέπει Λυκαβηττό και μετακομίζω όλη μου την προίκα. 
Ενα άρτομο μου στέλνει έκπληξη το παρακάτω gif μαζί με άλλα, απομεινάρι μιας ωραίας ζαλισμένης βραδιάς. 
Η αγάπη που νιώθω όταν το βλέπω και το ξαναβλέπω, δεν περιγράφεται.



Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

ΕΤΕΡΟΤΟΠΙΕΣ.




                                                                   
Ψυχογεωγραφίες.
Χωρο-γραφικές σκέψεις.
Το σπίτι είναι σύντροφος.
Γι' αυτό δεν θέλω να φύγω ποτέ από τους χώρους που έχω ζήσει.
Κάθε τέτοια αλλαγή είναι θάνατος. 
Θάνατος ενός φαντασιακού. 
Θάνατος των ετεροτοπιών μου.


Kρύβομαι στην κουζίνα, ανάμεσα στα δύο ντουλάπια που οι γονείς ποτέ δεν ανοίγουν μαζί, γιατί αν το ένα ανοίξει εμποδίζει το άλλο, αλλά εγώ τα ανοίγω και τα δύο μαζί και φτιάχνω μια γωνία στο πάτωμα.Μπαίνω μέσα της και κλείνομαι. Από δω και μπρος η γεωγραφία δε μετρά. Δεν είναι ποτέ πια πάτωμα και ντουλάπια. Είναι το μαγαζί μου κι εγώ δεν είμαι 3 χρονών. Κάθε φορά που περνά κάποιος του προσφέρω από το αόρατο φαγητό που ετοιμάζω. Προειδοποιώ ότι είναι ψεύτικο και να μην το φάνε στ' αλήθεια.


Μπαίνουμε κρυφά στο δωμάτιο των γονιών με την Αννα. Είμαστε μικρές και γεμάτες ζωή. Τρέχουμε κάθε Κυριακή και τρυπάμε στους γονείς μας που κοιμούνται μαζί και το δωμάτιο είναι γαλάζιο. Θα ετοιμάσουν πρωινό και εμείς θα είμαστε κρυμμένες κάτω από το σκέπασμα. Καταιγίδα ξεσπάει στο δωμάτιο. Ευτυχώς, στο παραμύθι μας τα σεντόνια είναι ομπρέλες και σκηνές και μπορούμε να βρούμε καταφύγιο για εμάς και τις κούκλες μας.


Φοβάμαι το βράδυ με τους ήχους που ακούω απ'έξω. Μένω ξύπνια να προστατεύσω το σπίτι μου.
Ακούω κάτι και το αίμα μου παγώνει. Αποφασίζω να μην δώσω σημασία. Σκεπάζομαι λίγο με το σεντονάκι. Νιώθω φυλαγμένη από κάθε κακό.


Κοιτάω μέσα σε σπίτια αγνώστων. Τα φαντάζομαι. Γίνομαι μέρος τους. Είμαι ευτυχισμένη εκεί; Εχω άλλη ζωή;  Ο χώρος τους με πλάθει. Μετά, η τρυφερότητα που νιώθω αρχίζει να πνίγεται από νοσταλγία και αμέσως είμαι στεναχωρημένη, εντοπίζω την απουσία μου.


Δε θυμάμαι που είμαστε. Θυμάμαι μόνο ποιοί είμαστε. Ανοίγει τα χέρια και μπαίνω σε μια μεγάλη αγκαλιά. Μετά από δευτερόλεπτα, η αγκαλιά μεταμορφώνεται. Γίνεται φωλιά μαγική και εξαφανίζομαι μέσα της, δεν με ταράσσει τίποτα, νιώθω μόνο αγάπη και θέλω να μείνω για πάντα εκεί μέσα.