Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017



Ξέρω ότι η βία, το άγνωστο, 
δε σήμαιναν ποτέ 
την αδυναμία της γνώσης 
και της λογικής. 
Αλλά το άγνωστο δεν είναι η γνώση, 
η βία δεν είναι η λογική, 
η ασυνέχεια δεν είναι η συνέχεια 
που τη σπάει, που τη σκοτώνει. 
Αυτός ο κόσμος 
της ασυνέχειας 
καλείται μέσα στον τρόμο του, 
να αντιληφθεί το θάνατο. 

ΟΜΟΡΦΙΑ: η θεμελιώδης αντίφαση του ανθρώπου

[...] Αυτά τα όρια, τα προσδιορίζουμε με κάθε τρόπο, βάζουμε την απαγόρευση, βάζουμε το Θεό, δηλαδή τον ξεπεσμό. Και πάντοτε, αφού προσδιορισθούν, βγαίνουμε από αυτά. Δύο πράγματα είναι αναπόφευκτα: δεν μπορούμε να αποφύγουμε το θάνατο, δεν μπορούμε να αποφύγουμε ούτε την έξοδο από τα όρια. Ο θάνατος και η έξοδος από τα όρια είναι εξάλλου το ίδιο πράγμα.

Βγαίνοντας όμως από τα όρια ή πεθαίνοντας, προσπαθούμε να ξεφύγουμε από τη φρίκη που  προκαλεί ο θάνατος και που μπορεί να προκαλέσει και το ίδιο το όραμα μιας ασυνέχειας πέρα απ' αυτά τα όρια.

Στο ρήγμα των ορίων, αποδίδουμε, αν χρειάζεται τη μορφή ενός αντικειμένου. Προσπαθούμε να τη συλλάβουμε σαν ένα αντικείμενο. Από τον εαυτό μας, πηγαίνουμε αναγκασμένοι ως το τέλος, στους βρυχηθμούς του θανάτου. Και προσπαθούμε πάντα να κοροϊδέψουμε τους εαυτούς μας, προσπαθούμε να φτάσουμε την προοπτικής της συνέχειας, που προϋποθέτει διασκελισμένα όρια, χωρίς να βγούμε από τα όρια αυτής της ασυνεχούς ζωής. Θέλουμε να φθάσουμε στο εκείθεν χωρίς να τολμήσουμε το βήμα που σοφά μας διατηρεί στο εδώ. Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τίποτα, να φανταστούμε τίποτα, παρά μόνο στα όρια της ζωής μας, πέρα από τα οποία μας φαίνεται ότι όλα σβήνονται. Πέρα από το θάνατο, πραγματικά, αρχίζει το ακατανόητο που συνήθως δεν έχουμε το θάρρος να το αντιμετωπίσουμε. Αυτό το ασύλληπτο είναι ωστόσο η έκβαση της αδυναμίας μας: το ξέρουμε, ο θάνατος δε σβήνει τίποτα, αφήνει άθικτο το σύνολο του είναι στο σύνολό της ξεκινώντας από το θάνατό μας, ξεκινώντας από αυτό που πεθαίνει μέσα μας. Αυτού του όντος που πεθαίνει μέσα μας, δεν αποδεχόμαστε τα όρια. Τα όρια αυτά θέλουμε με κάθε τρόπο να τα δρασκελίσουμε, αλλά θα θέλαμε ταυτόχρονα να τα προεκτείννουμε και να τα διατηρήσουμε.

Τη στιγμή που κάνουμε το βήμα, η επιθυμία μας πετάει έξω από εμάς, δεν μπορούμε να προχωρήσουμε πια, η ορμή που μας κυριαρχεί θα επιθυμούσε να σπάσουμε τον εαυτό μας. Αλλά το αντικείμενο της υπερβολικής επιθυμίας, μπροστά μας, μας προσδένει στη ζωή που ξεπερνά την επιθυμία. Πόσο γλυκό είναι να μένουμε με την επιθυμία να ξεπεράσουμε, χωρίς να πάμε ως την άκρη, χωρίς να κάνουμε το βήμα. Πόσο γλυκό είναι να μένουμε για πολύ μπροστά στο αντικείμενο αυτής της επιθυμίας, να διατηρούμαστε στη ζωή μέσα στην επιθυμία, αντί να πεθαίνουμε πηγαίνοντας ως την άκρη, υποχωρώντας στην υπερβολική βία της επιθυμίας. Ξέρουμε ότι η απόκτηση αυτού του αντικειμένου που μας φλέγει είναι αδύνατη. Από τα δύο πράγματα το ένα, είτε η επιθυμία θα μας αναλώσει ή το αντικείμενό της θα πάψει να μας φλέγει. Δεν το αποκτάμε παρά με μία μόνο προϋπόθεση, ότι λίγο-λίγο σβήνει η επιθυμία που μας δημιουργεί. Αλλά καλύτερα ο θάνατος της επιθυμίας παρά ο θάνατός μας. Ικανοποιούμαστε με μια ψευδαίσθηση, Η απόκτηση του αντικειμένου της θα μας δώσει χωρίς να πεθάνουμε το συναίσθημα ότι πηγαίνουμε ως την άκρη της επιθυμίας μας. Όχι μόνο αρνούμαστε να πεθάνουμε: προσαρτάμε το αντικείμενο στην επιθυμία, που στην πραγματικότητα ήταν η επιθυμία να πεθάνουμε, το προσαρτάμε στη διαρκή ζωή μας.

Εμπλουτίζουμε τη ζωή μας αντί να τη χάσουμε.


Ο ερωτισμός, Ζ.Μπατάιγ


Τρίτη, 22 Αυγούστου 2017

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ.



«Μεγάλωσα στη θάλασσα και η φτώχεια ήταν για μένα χλιδή. Ύστερα έχασα τη θάλασσα κι όλη η πολυτέλεια μου φάνηκε γκριζωπή, μιζέρια αβάσταχτη. Από τότε περιμένω. Περιμένω τα πλοία του γυρισμού [...] Κάνω υπομονή, βάζω τα δυνατά μου να είμαι ευγενικός. Με βλέπουν να περνώ απ' όμορφους δρόμους όλο σοφία, θαυμάζω τα τοπία, χειροκροτώ όπως όλος ο κόσμος, δίνω το χέρι, κάποιος άλλος μιλά με τη φωνή μου. Με επαινούν, ονειρεύομαι λίγο, με προσβάλλουν, μόλις που αντιδρώ. Ύστερα ξεχνώ και χαμογελώ σ' εκείνον που με προσβάλλει ή χαιρετώ με υπερβολική ευγένεια τον άλλο που αγαπώ. Τι να κάνω όταν δε θυμάμαι παρά μόνο μια εικόνα; Με προστάζουν να τους πω ποιός είμαι. "Ακόμα τίποτα, τίποτα..." 

Όσο για τις κηδείες, εκεί είναι που ξεπερνώ τον εαυτό μου. Πραγματικά διαπρέπω. [...] Περπατώ με βήμα αργό [...], εκεί κάτω από την πληγή του ουρανού που μόλις αρχίζει να ματώνει, κοιτάζω τους θαρραλέους συντρόφους να θάβουν τους φίλους μου σε τρία μέτρα βάθος.Αν ρίξω το λουλούδι που μου προσφέρει το λασπωμένο χέρι, πετυχαίνω πάντα τον τάφο. Η ευσέβεια μου είναι μετρημένη, η συγκίνησή μου καθωσπρέπει, το κεφάλι σωστά σκυμμένο. Θαυμάζουν πόσο ορθά μιλώ. Όμως, δεν είμαι αξιέπαινος: περιμένω.
Περιμένω πολύ. Πού και πού σκοντάφτω, χάνω την επιδεξιότητά μου, η επιτυχία με εγκαταλείπει. Τι σημασία έχει, είμαι μόνος τότε. Ξυπνώ έτσι μέσα στη νύχτα και μισοκοιμισμένος νομίζω ότι ακούω κύματα [...]. Σαν ξυπνώ για τα καλά, αναγνωρίζω τον άνεμο στα φυλλώματα και το παραμονεμένο βουητό της πόλης. Ύστερα, μόνο με τα λίγα ψίχουλα της δεξιοτεχνίας μου, προσπαθώ να κρύψω την απόγνωση μου ή να τη ντύσω με το πνεύμα της εποχής.»




από το διήγημα Η θάλασσα μες στα χέρια μας, Α.Καμύ - καιρό είχε να με συγκινήσει κάτι τόσο.

Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017