Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

Η ΑΝΑΓΚΗ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ.

Αυτή τη στιγμή που γράφω περνάει κάτω από το σπίτι ο κύριος με το ακορντεόν.
Εχει μάθει και παίζει Tiersen τον τελευταίο μήνα.
Ο ρομαντισμός στη ζωή μου.
Τώρα είναι ένα κομμάτι που δεν το αναγνωρίζω,έχει αρχίσει να απομακρύνεται.
Ξέρετε πόσο το αγαπώ.Έχω πάψει να ακούω τις Κυριακές.Χωρίς να το επιλέξω,ωστόσο.
Εχω όρεξη για παρατήρηση και εσωτερίκευση,τα άλλα τα βαρέθηκα.Μήπως όλοι είμαστε έτσι και απλά υπάρχει η ψευδαίσθηση της (συν)ύπαρξης;
Σκέφτομαι πως κανείς- απ'όσο βλέπω- δεν είναι ευτυχισμένος,όλοι έχουν συμβιβαστεί με τις ζωές τους,χωρίς να αναζητούν κάτι,την ευτυχία.
Αλλά,κάπως αυθυποβάλλονται και το παλεύουν.
Καλό το ''φαίνεσθαι'', δύσκολο το "είναι".
Γίνεται όμως μόνοι μας να βρούμε την ευτυχία; 
Μήπως,είμαστε αναγκασμένοι να περιμένουμε από τους άλλους κάποια πράγματα;

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

ΕΛΠΙΔΑ.



Διαβάζοντας την προηγούμενη ανάρτηση ένιωσα εκτεθειμμένη.
Θέλω όμως, να είμαι απόλυτα αληθινή εδώ,να μην κρύβομαι.
''Ωπ.Τί μελαγχολία είναι αυτή;'',σκέφτηκα.

photo

Το ότι μπορούμε να βιώνουμε- ακόμα και τέτοια σαπίλα-είναι δώρο.
Και μας δίνεται μια φορά μόνο.
Όλα θα πάνε καλά.
Πρέπει να πιστέψουμε στους ανθρώπους γύρω μας και να αγαπήσουμε.
Και να σας πω ένα μυστικό.
Πολλοί φοβούνται.
Ας δώσουμε πρώτα εμείς.




Υγ.Θυμήθηκα αυτό και λέω να το κάνω: http://eytyxia13.blogspot.gr/2012/03/blog-post_07.html

ΤΗΣ ΖΕΣΤΗΣ ΤΑ ΚΑΜΩΜΑΤΑ.

Γαμώτο,έχω καιρό να γράψω.
Με έχει χτυπήσει η ζέστη και η πίεση της εξεταστικής στο κεφάλι.
Έχω κάνει διάφορους πειραματισμούς για να συγκεντρωθώ,αλλά αδύνατον.
Αυτή τη στιγμή υποτίθεται πως διαβάζω κινηματογράφο.
Ακούω μουσική,κάνοντας μου αέρα και σκέφτομαι αδιάκοπα διάφορα πράγματα.
Μακαρι να τα θυμόμουν,για να τα έγραφα.
Χάνομαι από τη μια σκέψη στην άλλη.
Είμαι ήρεμη,αλλά νιώθω πανικό.
Περιμένω να έρθει λίγη αισιοδοξία,λίγη δροσιά σε αυτό το καλοκαίρι.
Ίσως,γι'αυτό να αγαπάει ο κόσμος τελικά τη θάλασσα.
Ίσως να είναι αυτή,το κατάλληλο καταφύγιο.
Τελευταία,μπερδεύω την πραγματικότητα με την ονειρική πραγματικότητα.
Το εννοώ.Νομίζω ότι τρελαίνομαι.
Είναι τρομαχτικό να μην ξέρεις με σιγουριά αν κάτι έχει συμβεί.
Βέβαια,μέσα σου πάντα θα γνωρίζεις.
Κάπως πρέπει να αμυνθεί κάποιος στον πόνο,κάπως πρέπει να ξεφύγει από αυτόν.
Ίσως,η απώθηση του στο υποσυνείδητο,να έχει μπερδέψει τα πράγματα τόσο,που να με έχει φρικάρει.
Είμαι σε μια κατάσταση που ο φόβος μου έχει ξαναγεννηθεί και προσπαθώ να τον καταπιέσω για να επιβιώσω.Όπως και την επιθυμία μου.
Τί συμβαίνει; Ντρέπομαι για τις επιθυμίες μου; Ντρέπομαι να θέλω; Φοβάμαι να θέλω; Εχω συνδιάσει το θέλω με τον πόνο;
Νομίζω πως όλα αυτά είναι προφάσεις σε περίπτωση που δεν ικανοποιήσω την επιθυμία και λειτουργούν μεν προφυλάσσοντας με,με αιχμαλωτίζουν στο να μην εκφραστώ δε.
Αυτή τη στιγμή,θέλω να νιώσω ασφαλής σωματικά,συναισθηματικά,ψυχολογικά,κοινωνικά.
Και θέλω αυτό το συνδιασμό.Φυσικά.Αλλιώς και τα μέσα θα είναι τεχνητά.
Όχι ξεχωριστά το ένα από το άλλο.
Το κακό σε αυτές τις περιπτώσεις,είναι πως οδηγούν στην παλινδρόμηση.

Δυσκολεύομαι πολύ για να γράψω αυτό που σκέφτομαι,μαλλον δε θέλω.
Νιώθω πως δε με καταλαβαίνει κανείς.

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

ΜΝΗΜΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

Εχω αρκετές μέρες να γράψω.Είχα πάει στη Θεσσαλονίκη μου.
Βρήκα ευκαιρία με τις εκλογές και το κενό στην εξεταστική,πήρα το κουραστικότατο και δαπανηρό λεωφορείο και έκανα έκπληξη στους δικούς μου.
Καλοκαιρινή Θεσσαλονίκη,καιρό είχα να τη δω έτσι.
Πως περνάει ο γαμημένος ο καιρός,δεν μπορώ να το χωνέψω ακόμα.
Ακολούθησα τη ρουτίνα μου.Πήγα από τα αγαπημένα μου σημεία στην πόλη,ήπια τσάι με λεμόνι στο μπαλκόνι της γιαγιάς,πέρασα από το σχολείο μου,εφαγα μέχρι σκασμού κοκ.
Αυτή τη φορά,ήμουν πολύ πιεσμένη-σαν να μην έφτανε ο χρόνος με τίποτα.
Έβαλα στόχο να τελειώσω με κάποιες υποχρεώσεις,να στηρίξω τη μαμά μου στα δύσκολα οικονομικά της,ενώ παράλληλα είχα να διαβάσω και να αφιερώσω χρόνο σε ανθρώπους.
Έκανα ποδήλατο,περπάτησα αρκετά,χόρεψα στο σπίτι,πήρα μια δόση από την αδερφή μου,πήγα σε ταβερνάκι με τους παππούδες,είδα τα παιδιά του θείου μου-ελπίδα ζωής και χαράς,πήρα αγκαλιά τον νεογέννητο ξάδερφο,έκανα πειραματισμούς με την κάμερα και φόρτωσα με ιδέες.
Εψαξα και είδα,πράγματα παλιά,αγαπημένα.
Το παρελθόν είναι παντού,αλλά μυρίζει σαν μούχλα στον τοίχο.Ανατριχιάζω με την αλλαγή.
Ταυτίζω το παρελθόν με την οικογένεια.Την οικογένεια με την ευτυχία.Την ευτυχία με το παρελθόν.
Προσπάθησα να μείνω σε οικογενειακό κλειστο κύκλο.Να βιώσω λίγο καθαρό πόνο.
Όχι,από μαζοχισμό,αλλά από ανάγκη να νιώσω κάτι ουσιαστικό και αληθινό.
Είχαμε ωραία οικογένεια.Πώς σκατά τα κάναμε έτσι;
Σπάω το κεφάλι μου,να βρω αιτίες και λύσεις.Τζίφος,χρόνος.
Συνειδητοποίησα πως έχω χάσει πράγματα λόγω της απόστασης.
Όταν είμαστε μακριά,ξεχνάμε πως όσο εμείς ζούμε,τα πράγματα που αφήσαμε πίσω μας,κινούνται.
Η απόσταση -είτε μετριέται σε χιλιόμετρα,σε μνήμες ή σε σκέψεις-είναι θάνατος.
Και αν δεν βιώσουμε το πένθος αυτό,δεν θα έχουμε που να γυρίσουμε.
Ενα βραδυ σε πάρτυ με παλιούς γνωστούς να εμφανίζονται σαν φαντάσματα από παντού,ήταν αρκετό για να μη θέλω κανέναν τους.
 Όταν αποχωρίζεσαι κάποια πράγματα και αυτά ζουν μακριά σου, μεγαλώνουν και αναπτύσσουν άλλες σχέσεις, αλλάζουν,γίνονται ξένα.
Δεν μπορώ να υποκρίνομαι ότι γύρισα στα ίδια.
Γύρισα σε μια ρημαγμένη μνήμη.
Βλέπω τη ζωή μου σε φιλμ χιλιοπαιγμένο και φθαρμένο και δεν τη γνωρίζω.Αυτό είναι μιζέρια,δεν είναι η ζωή μου.Τη βλέπω και συγκινούμαι.
Είναι ξένο,δεν είμαι εγώ.
Το θεωρώ θλιβερό,να κάνω πως δε βλέπω το θάνατο σε αυτά και να συνεχίζω λες και δε συμβαίνει τίποτα.Κάποια πράγματα σαπίζουν.

 Δε μου έφτασαν οι μέρες.Ήθελα να μείνω κι άλλο.Το τράβηξα όσο μπορούσα,αλλά δε γινόταν.Στο δρόμο για Αθήνα,νομίζω,ήταν η πρώτη ενήλικη φορά,που έκλαψα γιατί αποχωριζόμουν τη μαμά μου.
Δεν ήθελα να φύγω,δεν ήμουν έτοιμη να μείνω μόνη.

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

ΤΟ ΙΔΑΝΙΚΟ ΖΕΥΓΑΡΙ.

Αναρωτιέμαι.
Ένα ζευγάρι μάτια, ένα ζευγάρι χείλη.
Ένα ζευγάρι κάλτσες, γάντια, παπούτσια.
Γυαλιά, μανίκια,μπατζάκια.
Όλα διπλά.Και όχι απλά διπλά,αλλά ίδια.
Θα μου πείτε, τίποτα δεν είναι ίσο με το άλλο.
Ναι,αλλά όσο πιο μικρή η διαφορά, τόσο πιο όμορφο το αποτέλεσμα.
Με βάση την αρμονία πάντα.
Αν όντως,όλα είναι πιο αρμονικά σε όμοια ζεύγη,αναρωτιέμαι αν είναι έτσι και με τους ανθρώπους.
 Εχω παρατηρήσει σε ζευγάρια φίλων ή γνωστών , πως όσο πιο πολύ μοιάζουν σα χαρακτήρες - αλλά και εμφανισιακά (και εκεί είναι το φοβερό) ,τόσο πιο καλά τα πάνε. Το ότι αρχίζουν οι άνθρωποι και μοιαζουν σταδιακά ο ένας με τον άλλο, δε μου κάνει εντύπωση καμιά, αφού σίγουρα αλληλοεπηρεαζόμαστε από τους γύρω μας.Όμως,το να ερωτευτεί κάποιος ένα άτομο, με το οποίο να τονίζει συνεχώς το πόσα κοινά εχουν,με προβληματίζει.
  Θέλουμε έναν άνθρωπο ίδιο με εμάς για λόγους αυταρέσκειας και μη πληρότητας;
Θέλουμε να μας γνωρίσουμε και να μας δούμε καλύτερα και άρα το κάνουμε μέσω του άλλου;
Μήπως ,όντως ταιριάζουμε περισσότερο με αυτούς που μοιάζουμε περισσότερο (και εξωτερικά) επειδή μας έχουν δημιουργηθεί οι ίδιες ανάγκες και έχουμε αντιμετωπίσει ίδια κοινωνική στάση από τους γύρω μας;
(πχ. δυο ψηλοί μελαχρινοί αδύνατοι άγαρμποι άνθρωποι,θα νιώσουν αμοιβαία κατανόηση, θα αντιμετωπίσουν με χιούμορ από κοινού τους γύρω και θα επιλέγουν με ευκολία πράγματα για να κάνουν μαζί,χωρίς να έρχεται σε δύσκολη θέση ο ένας ή ο άλλος)
  Από την άλλη, μας αρκεί ο εαυτός μας;
Δε θέλουμε κάτι διαφορετικό;
Θα μου πείτε,όλοι διαφορετικοί είμαστε.
Πώς γίνεται και κολλάμε με αυτούς που λέμε πως είναι ''εγώ στο άλλο φύλο!" ή πως "είμαστε ίδιοι σε όλα!'' ;
Δεν μπορώ να δώσω σαφή (σοφή;) απάντηση, κι εγώ το ψάχνω.
Προς το παρόν νομίζω πως το ιδανικό είναι να υπάρχουν αρκετά κοινά για μια λειτουργική επικοινωνία,κατανόηση,οικειότητα και έλξη και αρκετές διαφορές για να γεννιέται θαυμασμός,ενδιαφέρον,περιέργεια και να συμπληρώνεται το ζευγάρι.
(Αλλά με αυτά που πιστεύω, πολύ που πρόκοψα.)

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012

ΨΗΛΩΣΑ.

Τα γόνατά μου είναι ματωμένα.
Ήμουν αρκετά αδύναμη τελευταία και κάποια στιγμή έπεσα στο δρόμο.
Όλα καλά,συνεχίζουμε.
Κοιτούσα τώρα την πληγή που επουλώνεται και συνειρμικά το μυαλό μου πήγε στα αμέτρητα σκισμένα παντελόνια με χώμα ή βρωμιά,τα χτυπημένα γόνατα και τις γδαρμένες παλάμες που είχα όταν ήμουν παιδί.
Παραπονεμένα μεγάλα υγρά κόκκινα μάτια, αλμυρά δάκρυα, ντροπή, φροντίδα και υποσχέσεις φόβου πως θα ψηλώσω.
Τί όμορφο που είναι κάποιες φορές το αίμα.
Με κάτι τέτοιες σταγόνες μπορούμε να μετράμε.
Μετρώ κοινωνικά το χρόνο.
Αναρωτιέμαι αν ο χρόνος αισθάνεται μόνος στην αιωνιότητα.
Μήπως γι'αυτό υπάρχει ο θάνατος;
Μήπως απλά ο χρόνος ζητά παρέα;

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

TO ΠΟΥΠΟΥΛΑΚΙ.

Ένα παραμυθιακό στοιχείο στη ζωή μου,είναι πως έχω τρεις γιαγιάδες.
Από την πλευρά του μπαμπά μου,τα πράγματα μοιάζουν φυσιολογικά-η γιαγιά μου η Μάρω ήταν μια καταθλιπτική σουρεάλ κωσταντινοπολίτικη φιγούρα, που υπεραγάπησα.Μία.
Τη συνονόματη γιαγιά,δεν τη γνώρισα,αλλά έχω ακούσει πολλές ιστορίες για αυτήν και όσο και να φαίνεται παράξενο,μεγάλωσα με την ιδέα της κάπου τριγύρω.Δύο.
Βλέπετε,η γιαγιά-Ευτυχία, η μητέρα της μαμάς μου, πέθανε νέα και ο παππούς μου ξαναπαντρεύτηκε τη γιαγιά-Λίτσα.Τρείς.
Πάντα μου άρεσε να έχω τρεις γιαγιάδες.Μαγικός αριθμός.
Στο μυαλό μου πάντα είχα την εικόνα με τις τρεις καλές νεράιδες.
Θέλω να σας μιλήσω για τη γιαγιά μου τη Λίτσα,με αφορμή τα γενέθλιά της.
Καθε χρόνο στα γενέθλιά της,κάτι προκύπτει και νομίζει πως την ξεχνάμε.Μα,κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν.Είναι η μόνη γιαγιά που έχουμε πια.Και πέραν αυτού,είναι μοναδικός άνθρωπος.
Η γιαγιά μου,δεν έκανε ποτέ δικά της παιδιά.Κι όμως,η μητρικότητά και η στοργή της,υπερβαίνει το βιολογικό.
Η γιαγια-Λίτσα, είναι μια πανέξυπνη σύγχρονη γιαγιά,που έχει συνεχώς παράπονο με τα κιλά της.
Η αδερφή μου κι εγώ -που μας λέει συνέχεια "τσάτσες" και "κατσικούλες"-τη φωνάζουμε ''πουπουλάκι" και πολλές φορές την πειράζουμε γιατί δε μας ακούει.
Από τότε που ήμασταν μικρά,ερχόταν να μας φροντίσει στο σπίτι, έφερνε ελαιόψωμάκι, μοτσαρέλα, γαρδένιες και δωράκια από αυτά που ήθελα κάθε φορά.
Οφείλω να τονίσω πως η μαγειρική, είναι το πάθος της.
Τα τραπέζια που έχει κάνει,τα στολίσματα  με τα  λαχανικά κομμένα σε σχήματα λουλουδιών και τα χρώματα,οι γεύσεις και ο μαγικός της γαστρονομικός κήπος,δημιούργησαν ένα μυθικό πέπλο γύρω της.Μάλιστα,έχει γράψει και βιβλία μαγειρικής,τα οποία έχω για οδηγό επιβίωσης στην Αθήνα.Αλλά τί να τα κάνω; 
Αφού,μου στέλνει λιχουδιές και παρά το οικονομικό μας χάλι, ψωνίζει για να με φροντίζει ακόμα κι από απόσταση.
Θυμάμαι τις ροζ αμυγδαλιές που μου έφτιαχνε από ποπ-κορν και χαμογελάω σα χαζή.
Θυμάμαι τις Χριστουγεννιάτικες εξορμήσεις στα παιχνιδάδικα.
Θυμάμαι πόσο δυναμική είναι, η αγάπη της για τις διαδρομές με τραίνο, πόσο όμορφα γράφει,πόσο ικανή ειναι σε όλα, η προθυμία της να έρθει σε συναυλίες μαζί μου και πάνω από όλα η θυσία της για  να είμαστε όλοι οι υπόλοιποι ευτυχισμένοι.
Θυμάμαι την κουκλίτσα με την οποία παίζαμε, το χιονανθρωπάκο, τα σπουργίτια που της κάνουν συντροφιά και κλαίει όταν τα αποχωρίζεται, τις πλάκες και τα γέλια που κάναμε τα βράδια,το κουνελάκι που μου πήρε,τα καναρίνια, τα κλάματα και τις συγκινήσεις σε κουβέντες μας, τα μυστικά, τους πόνους,τις γκρίνιες, τους λίγους καβγάδες,τις στεναχώριες, τις διακοπές με το καθαρισμένο καρπουζάκι στην Περαία, το κολύμπι στις πράσινες θάλασσες στις Καβουρότρυπες,τα πολλά βιβλία (από παιδικά ως Αρλεκιν) που διαβαζαμε, τις υπέροχες κατασκευές από πλαστελίνες που κάναμε παρέα, τα παζλ και αμέτρητα άλλα.
Θυμάμαι επίσης,που όταν κοιμόμασταν μαζί πριν από χρόνια,λέγαμε τι θα δούμε στον ύπνο μας, και το πρωί διηγούμασταν τα όνειρά μας. Πάντα είχαμε μια παραμυθοσαλάτα για ιστορία. Δεν ξεχνώ εκείνη που είχαμε πάει στο πάρτυ γάμου της Αριελ και φορούσαμε εκθαμβωτικές τουαλέτες και προσπαθούσαμε να αναγνωρίσουμε η μία την άλλη! 
Τρομερό,κάθε φορά βλέπαμε τα ίδια όμορφα όνειρα!
Σίγουρα,κάποια από τα πιο όμορφα πρωινά της ζωής μου τα περάσαμε μαζί.
Δεν ξεχνώ ακόμα πως περάσαμε μαζί τις πανελλήνιες και πόσο πολύ με φρόντιζαν κάθε πρωί.
Τελευταία φορά που πήγα στη Θεσσαλονίκη,τράβηξα με την κάμερα τον παππού και τη γιαγιά να μου διηγούνται τις ζωές τους.Το πως, από μικρό κοριτσάκι στους δρόμους έκανε την κομμώτρια με τις αδερφούλες της,πως παίζανε,τι ζαβολιές κάνανε,το "κατσαμάκι",η "μπομπότα",οι φτερούγες της μητέρας της πάνω από τα παιδιά της όταν νόμισαν πως γινόταν επίθεση,εικόνες πολέμου, εκείνη μέσα στην κούνια να βλέπει το απέναντι σπίτι να καίγεται κοκ.
Η γιαγιά μου,είναι ένας σπάνιος,δοτικός άνθρωπος που όλοι αγαπάμε και θα αγαπάμε.
Μου έχει λείψει και ανυπομονώ να μιλήσω μαζί της και πόσο μάλλον να πάω τη δω.
Αυτό,το γράφω γιατί θέλω να της πω πως δεν την ξέχασα,την αγαπώ και πως θυμάμαι τα πάντα με άπειρη ευγνωμοσύνη.
Χρόνια σου πολλά γιαγιά μου,να σε χαιρόμαστε,να είσαι γερή κι ευτυχισμένη!

ΥΓ.Όταν έρθω,υπόσχομαι να κάνουμε όσα όμορφα πράγματα θες.