Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

DIE LETZTE NACHT.

Ακόμα προσπαθώ να πάρω σωστές ανάσες.

Οι παλμοί μου έχουν ανέβει και νιώθω την καρδιά μου να κινείται γρήγορα σαν να θέλει να εκραγεί.
Μόλις βγήκα από το μπάνιο.
Ντύνομαι, βάζω την τελευταία ιδέα κρέμας καρύδα που έμεινε στο σωληνάριο και κουκουλώνομαι στο πάπλωμά μου.Tα ρούχα από το τελευταιο πλυντήριο είναι απλωμένα στην αναμονή.Προτελευταίο βράδυ που κοιμάμαι εδώ.
Προτελευταίο βράδυ αυτό είναι το σπίτι μου, το κρεβάτι μου, η γειτονιά μου, ο συγκάτοικός μου, οι δρόμοι που κάνω βόλτα, η πόλη μου, το ποδήλατό μου, η χώρα μου.
Στην είσοδο του δωματίου είναι ξαπλωμένες ανοιχτές βαλίτσες.
Τι να χωρέσω αναρωτιέμαι μέσα μου.
Τα πράγματά μου είναι ελάχιστα, το μυαλό μου δεν μπορώ να μαζέψω με τίποτα.
Ακόμα δεν έχω καταλάβει τί έχει γίνει.
Μπαίνω στο μπάνιο και κάθομαι μέσα μέχρι το νερό να με σκεπάσει.
Παρατηρώ τις αργές κινήσεις μαλλιών να καλύπτουν το σώμα μου, προσπαθώ να ακούσω καλύτερα, κάνω απολογισμό.
Σκέφτομαι πόσα έκανα, πόσα άλλαξα.
Νιώθω ευτυχισμένη με τον εαυτό μου.
Κατάφερα να κάνω διάλειμμα και να χτίσω κάτι νεό από το μηδέν.
Σταθερά μικρά βήματα, μόνο όταν τα νιώθω φυσικά να γίνουν.
Όχι πίεση και καταναγκασμός, σεβασμός.
Η ζωή είναι πιο ρευστή κι από το νερό που τρέχει στα χέρια μου αυτή τη στιγμή.
Ωστε έτσι κλείνει αυτός ο μικρός κύκλος στη ζωή μου.
Ο κύκλος του νερού μου.
Με τη σιωπή και την ατμόοφαιρα που του ταιριάζει.
Με την κλειστοφοβία που πάλεψα.
Με τη σεξουαλικότητα, την επικοινωνία, τις ανάγκες και τη φιλία που εξερεύνησα.
Με τα όρια που θέλησα να βάλω και να σπάσω.
Όλα εσωτερικά.Εκεί που πρέπει να ειναι.
Κάθε μέρα να λέω στον εαυτό μου ότι μπορώ και να μπορώ.
Κάθε μέρα να γίνομαι το εργαλείο για την ευτυχία.
Χωρίς υποτακτική, μόνο οριστική.
Χωρίς απόλυτα, μόνο σχετικά.
Αφήνω το νερό ενώ είμαι ακίνητη να φύγει μέχρι να νιώσω ακόμα και το σώμα μου βαρύ σαν να ρουφιέται μαζί του.
Ετσι, έφτασα εδώ που είμαι τώρα με καρδιά να χτυπά σαν τρελή για να πάρει ανάσες.
Με μάτια στο ταβάνι και μόνο φως αυτό από την οθόνη,σκεφτομαι τις άπειρες νέες εικόνες που απέκτησα για να με συνοδεύουν στη ζωή μου και να με βοηθήσουν να δημιουργήσω άλλες.
Είναι σημαντικό να μάθεις να μένεις μόνος.
Και ακόμα πιο σημαντικό να βρεις την ισορροπία που υπάρχει πριν η ελευθερία γίνει απόλυτη μοναξιά.
Εμπιστοσύνη στον εαυτό. Είναι ο μόνος που υπάρχει για τον καθένα.
Εγώ ίσον εαυτός και άλλος.
Αν παλέψουμε για το πρώτο ουσιαστικά, τότε το δεύτερο θα το συμπληρώσει.
Καλη νύχτα.

Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

déconstruction.

Περπατάω στις μύτες ζαλισμένη μέσα σε μπαρ με καπνό, ψάχνω γύρω μου να βρω έναν ώμο να πέσω.Δεν μου αρέσει να με αγγίζουν ή να μου μιλάνε,  κάνω κινήσεις αποφυγής και φλερτάρω μόνο όταν εγώ θέλω.
Τους κοιτάω στα μάτια, νιώθω σαν αγρίμι σε κυνήγι σάρκας.
Δεν ξέρω ποιος με αναγνωρίζει, ποιος με φοβάται ή με θέλει.
Δεν με νοιάζει κιόλας.
Είναι 4 το πρωί και θέλω να ακουμπήσω σε έναν τοίχο αγκαλιά με την επιθυμία μου ανοιγοκλείνοντας τα βλέφαρα αργά ωστε να χάνω καρέ και το κεφάλι μου να γυρίζει.
Θολώνω μάτια ,χώνομαι στο ηχείο να νιώσω τη δόνηση στην καρδιά και το καλσόν μου.
Ακίνητη, αρχίζω την αποδόμηση.
Εστιάζω στα μπάσα και προσπαθώ να πιάσω ήχους από φωνές που μου αρέσουν- όχι για να ακούσω ή να καταλάβω τι λέει η φωνή, ίσα ίσα για να με γαργαλήσει ή στην καλύτερη να ανατριχιάσει ο λαιμός μου.
Νιώθω σαν να είμαι σε ταινία.
Πάντα νιώθω σαν να είμαι σε ταινία.
Φαντάσου να έπινα κιόλας.


ΚΡΕΠΕΣ ΜΕ ΡΟΔΑΚΙΝΟ.

Aρχισα αντίστροφη μέτρηση.
Σκαρφαλώνω σε μια σκαλωσιά να δω το Βερολίνο από ψηλά.
Φοβάμαι, αλλά το αίσθημα είναι γλυκό σαν τις κρέπες που φτιάχνει η φίλη μου.
Κατεβαίνω με τις μύτες των δαχτύλων στα μηχανήματα που βγάζουν λαστιχένιες μπάλες και καραμέλες κι από μέσα μου σκέφτομαι να πατήσω πολύ δυνατά για να πέσουν βροχή.
Κρυώνουμε και βρίσκουμε καταφύγιο σε  ζωντανά φωτάκια και ηλεκτρονική μουσική.
Χορός.
Συνειδητοποιώ ότι έχασα την πασχαλίτσα μου, στεναχωριέμαι αρκετά.
Το προηγούμενο βράδυ αυτός τη χτένισε μέσα στα μαλλιά μου και μετά περπατήσαμε χέρι χέρι δίπλα στο ποτάμι στο μυστικό μου σοκάκι.Ρομαντισμός, σου λέει.
Του λέω για την προσπάθειά μου να ελέγξω τις πραγματικότητες στα όνειρά μου πριν πέσω για κοιμηθώ.
Χωρίζουμε με την υπόσχεση να βρεθούμε στον ύπνο μας.
Μου δίνει ραντεβού στον τεράστιο ροδακινόκηπο κάτω από το λευκό ροδάκινο με τη γεύση σαν ένα εκατομμύριο κανονικά ροδάκινα.
Να κάτι πιο γλυκό ακόμα κι απ' τις κρέπες μας.
Το επόμενο πρωί προσπαθώ να θυμηθώ τι έγινε, αλλά χορεύω με τα ηχεία στο ταβάνι να παίζουν αυτό.
Για την υπόλοιπη μέρα σφυρίζω και περπατάω με το ρυθμό.
Τον βρίσκω στη βιβλιοθήκη, δε θέλω να με δει, κρύβομαι και τον παρακολουθώ καθώς διαβάζω Sempe.
Τρέχω και βγάζω φωτογραφίες στο αυτόματο μηχάνημα που είναι απ΄έξω.
Μουλωχτά τις βάζω στο ντουλάπι με τα πράγματά του από τη χαραμάδα.
Αχά, να κάτι να θυμάται.

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

BLUE WEDDING DAY.

Σήμερα μπλε πανσέληνος.
Φεγγάρι για παλιές αγάπες.
Σε απαγάγω και φεύγουμε στο Παρίσι.
Για μια μέρα.
Ενα βήμα είμαστε από δω.
Σε παντρεύομαι.
Τα πυροτεχνήματα είναι μόνο στη μουσική μας, στον ουρανό θέλουμε μόνο φεγγάρι.
Φωτίζει το νυφικό μου και το βάφει μπλε.
Το αγαπημένο μου.
Μου λες "bleu est ta couleur".
Κανονικά δεν ξέρεις γαλλικά.Κι εγώ τα σιχαινομαι.
Αλλά σήμερα μιλάει το χρώμα.
Xαίρομαι για τελευταία φορά τα μαλακά σου μούσια στο πρόσωπό μου.
Κάποιος μας βγάζει μια γρήγορη φωτογραφία.
Την κρύβω στην ανθοδέσμη για να μην τη χάσω.
Μου λες να ζήσω αυτή τη στιγμή που έχουμε και να αφήσω τα ενθύμια.
Από αύριο ο καθένας στον ήλιο του, αγάπη μου.
Kι εγώ να φτιάχνω μνήμες ενός έρωτα που δεν γεννήθηκε ποτέ.

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

ΤΟ ΜΝΗΜΑ.

Μια εβδομάδα δεν είμαστε μόνες.
Μια εβδομάδα είμαι παιδί.
Μια εβδομάδα είμαι μαμά.
Μια εβδομάδα καθαρής αγάπης,
Μια εβδομάδα κάποιος με φροντίζει και νοιάζεται για μένα.
Σήμερα πρωί αφήνω στο αεροδρόμιο μια μεγάλη αγκαλιά.
Την κοιτάω από το αριστερό παραθυράκι να περνάει από τον έλεγχο του τσεκ ιν.
Η μαμά μου μοιάζει με παπαρούνα.Πόσο την αγαπώ.
Γυρνάει να με δει δεξιά της, αλλά δε με βρίσκει με το βλέμμα της.
Δε με ακούει, περνά στην αναμονή.
Γειά σου, μανούλα.
Βγαίνω έξω.
Μουτζουρωμένα μάτια, αχτένιστα χαοτικά μαλλιά, στο πρόσωπο μου έχουν περάσει χρόνια, τα ρούχα μου είναι καθαρά μεν, τσαλακωμένα και τρύπια δε.
Πώς τα κατάφερα έτσι;
Πώς άλλαξαν όλα τόσο γρήγορα;
Σκέψη και βήμα, σκέψη και βήμα, σκέψη και βήμα.
Σταματώ με βουρκωμένα μάτια στη μέση της διαδρομής.
Στα πόδια μου βρίσκεται ξαπλωμένο ένα μικροσκοπικό πουλάκι.
Οι άνθρωποι προσπερνούν με βαλίτσες.
Σκύβω και προσπαθώ να το κουνήσω χωρίς να τραυματιστεί.
Νεκρό.
Ακίνητο, ζεστό ακόμα, μισόκλειστα ματάκια, με κεφαλάκι αδύναμο που γέρνει από το βάρος.
Το σηκώνω στη χούφτα μου και αρχίζω να τρέχω με λυγμούς πανικόβλητη.
Εχω απομακρυνθεί αρκετά.
Ψάχνω να το φυγαδεύσω, χωρίς να μπορώ να συνδέσω τις σκέψεις μου ελπιζοντας μόνο σε θαύμα.
Δεύτερη φορά στο Βερολίνο.
Γονατίζω στο πράσινο και το αφήνω στο μοναδικό σωστό σημείο.
Φτιάχνω ένα μνήμα με μια χούφτα μωβ λουλούδια.
Ίσα ίσα για το κορμάκι του.
Κλαίω για ένα λεπτό χωρίς ανάσα.
Αφήνω μια μαργαρίτα από δίπλα και φεύγω.
Κάθομαι 20 λεπτά στην αποβάθρα. 
Παραδίπλα ανέμελα πουλάκια πετάνε και παίζουν, τσιριτρι τσιριτρό.
Τα μικρά ζωντανα τους σωματάκια μου φέρνουν τρέμουλο και ζαλάδα.
Εικόνα θανάτου, σκέφτομαι.
Τι δύσκολο πράγμα οι αποχωρισμοί, σκέφτομαι.
Μια εβδομάδα ακόμα.

Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΜΟΝΑΞΙΑΣ.

http://www.taschen.com/media/images/960/teaser_ka_rodin_top_1204201125_id_550714.jpgΈσφιξα τα μάτια να μη βλέπω πια
- να μη με βλέπουν αυτοί που τριγυρνούνε
με μια σφραγίδα μοναξιάς στο μέτωπο.
Μα ζωγραφίστηκες εσύ στα βλέφαρά μου
με το χαμόγελο της τελευταίας συγκατάβασης.
Κακά τα ψέματα, δεν επαρκεί η μνήμη

                                         Γιώργος Ιωάννου

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΤΟ ΓΙΩΡΓΟ ΙΩΑΝΝΟΥ.


Κάθε φορά που αναγνωρίζω κομμάτια του εαυτού μου-αληθινά κομμάτια του εαυτού μου, που εγώ αναγνωρίζω μόνο τόσο καθαρά- ανατριχιάζω και συγκινούμαι.Ίσως γιατί νιώθω πως βρίσκω κατανόηση, πως η μοναξιά που νιώθω είναι βίωμα βαθιά ανθρώπινο.Με πιάνει μετά το παράπονο.Σκέφτομαι πόσοι άνθρωποι έχουν νιώσει έτσι.Τι κρίμα να μην έχω ποτίσει λουλούδια με το Γονατά.Τι κρίμα να μην έχω κάνει μεγάλους περιπάτους με το Γιώργο Ιωάννου, σκέφτομαι.
Τον Ιωάννου τον έχω καλά ριζωμένο στην καρδιά μου χωρίς να εχω διαβάσει τα άπαντα ή να τον έχω μελετήσει ιδιαίτερα.Κεραυνοβόλος έρωτας.Μόνο αυτοί μετράνε άλλωστε.
Αυτό τον καιρό επιλέγω μερικά αποσπάσματα από πολύ αγαπημένα μου κείμενα.
Όχι επειδή δε θέλω να σας μιλήσω με δικά μου, αλλά ίσως γιατί αυτά είναι ακόμα πιο δικά μου.


Κάθομαι καμιά φορά και κάνω κάτι λογαριασμούς, που σε έναν άλλον, ακόμα και παρόμοιο μου, θα φαινόταν ίσως αρκετά περίεργοι. Προσπαθώ να βρω πόσοι από τους γνωστούς μου — και λέγοντας γνωστούς μου, εννοώ φίλους, γνώριμους, γείτονες, ακόμα και ανθρώπους που δε με ξέρουν, ενώ εγώ κάπως τους ξέρω, δηλαδή δεν τους έχω απλώς ακουστά — πόσοι από αυτούς δουλεύουν και πόσοι δε δουλεύουν. Και για να προφυλάξω τον εαυτό μου, να μη μεγαλοποιώ τα πράγματα, προσπαθώ να κινούμαι πολύ μεθοδικά, μια και το ζήτημα τόσο με ενδιαφέρει. Επειδή δεν έχω στη διάθεσή μου στατιστικές, ούτε άλλωστε έχω σ' αυτές εμπιστοσύνη, εξετάζω τους ανθρώπους μέσα σε πλαίσια που παρουσιάζουν σταθερότητα και όχι ρευστότητα πληθυσμιακή. Πιάνω πολυκατοικίες ολόκληρες, που είτε έχω κατοικήσει σ' αυτές ή κατοικώ, είτε βρίσκονται απέναντί μου, πολύ κοντά μου, και γνωρίζω πολλά για την κατάσταση των ενοίκων τους. Τους εξετάζω κατά οικογένειες, τους εξετάζω και κατά άτομα. Και, τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγω είναι πάντοτε συνταραχτικά ομοιόμορφα. Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους αυτούς δε δουλεύουν, και σε πολλές οικογένειες συμβαίνει να μη δουλεύει κανένας τους. Και όμως, όχι μόνο δε ζουν χειρότερα από μας, που δουλεύουμε, μπορώ να πω, συνεχώς, αλλά ζουν πολύ ή και απείρως καλύτερα. Και μιλώ για μεσοαστικές γειτονιές και μεσοαστικές ή και μικροαστικές συνάξεις, και δεν πάει ο νους μου σε γειτονιές πλουσίων, με θρυλικά πια ονόματα, που με τα καμώματά τους θα φάνε όλη την τάξη τους καμιά ώρα, γιατί εκεί τα φαινόμενα αυτά είναι αυτονόητα και αναλυμένα κατά τρόπο εξαιρετικά επίμονο και μονότονο από τους διάφορους θεωρητικούς.
Κάθε πρωί λοιπόν είμαι από τους πολύ λίγους, που ξεκινούν την ίδια ώρα από την γειτονιά για τη δουλειά τους, και φυσικά ξέρω πια όλους αυτούς τους πολύ λίγους, όπως κι αυτοί εμένα, ξέρω το βάδισμα και το ρυθμό τους, ξέρω πότε έχουν αργήσει και πότε μπόρεσαν να φύγουν πέντε δέκα λεφτά πιο νωρίς, οπότε βαδίζουν με την άνεση των ανθρώπων που τους περιμένει ένα κανονικό «καλημέρα», τόσο που κι εγώ ο αργοπάτητος τους προσπερνώ, ώσπου να ενωθούμε με τα μεγάλα ποτάμια των εργαζομένων, που κατεβαίνουν απ' την Ακαδημίας, Πανεπιστημίου και Σταδίου, και να πάψουμε — εγώ τουλάχιστο — να νιώθουμε σαν κάτι το ιδιαίτερο.
Δε θέλω να πω ότι ζηλεύω αυτούς που δεν εργάζονται, τους λυπάμαι μάλλον, ανησυχώ για την πνευματική και σωματική υγεία τους, που αποκλείεται να είναι καλή, και θα 'θελα, αν περνούσε από το χέρι μου να τους έβγαζα από τη θέση τους αυτή, που προκαλεί τον οίκτο, αλλά και τη βαθιά αγανάκτηση. Όχι τη ζήλια, όπως, θαρρούν οι ίδιοι, στην προσπάθειά τους όλα να τα μικρύνουν, μα τη βαθιά αγανάκτηση.
Αλλά, επίσης, λυπάμαι, κλαίω μέσα μου, όταν σκέπτομαι τον πατέρα μου και όλους τους ομοίους του, χθεσινούς και τωρινούς - γιατί, βέβαια, ο πατέρας μου δεν αποτελούσε καμιά ιδιαίτερη περίπτωση - κλαίω για τη φοβερή δουλειά, την άπειρα σκληρή δουλειά, την επικίνδυνη δουλειά, την ακατάπαυστη, που ήταν υποχρεωμένος να κάνει, για να του δώσουν στο τέλος ένα μισθουδάκι, που μας έφτανε δε μας έφτανε ως τις 25 του μηνός. Τις υπόλοιπες πέντε ή έξι μέρες — γιατί ακόμα κι αν τραβούσε 31 ο μήνας, είχε αυτό σημασία για μας, και ο Φλεβάρης ήταν ό πιο αγαπητός - τις περνούσαμε μέσα σε φοβερή στέρηση αλλά και στυγνή αξιοπρέπεια. Όλα, ακόμα και η μετάβασή μας με το τραμ κάπου, αναβάλλονταν για τις πρώτες μέρες του μήνα.
Και όμως ο άνθρωπός μας δούλευε σαν το σκλάβο, δεν είχε ώρα πηγαιμού και ερχομού, δεν ήξερε τι θα πει κρύο ή ζέστα, χιόνι ή βροχή , καθώς ως θερμαστής δούλευε το φτυάρι σε κείνη την ανοιχτή από πίσω μεριά ατμομηχανή, που την πήγαινε, με τα δικά του μπράτσα και μόνο, στη Φλώρινα, στη Δράμα, στην Αλεξανδρούπολη ή στη Λάρισα.
Και ξαναλέω· στη θέση του ήταν άπειροι, όχι μόνο σ' αυτή τη δουλειά, αλλά και σε πολλές άλλες παρόμοιες. Εγώ όμως που δεν είμαι ούτε κοινωνιολόγος ούτε θεωρητικός καμιάς κοσμοθεωρίας - και ούτε θέλω να είμαι - μιλώ από τα απτά αυτά που ξέρω, φωτισμένα, βέβαια, από κάποιον κρυφό φωτισμό.
Ο άνθρωπος αυτός τελικά πέθανε στο διάδρομο ενός νοσοκομείου, τη μόνη και τελευταία φορά που χρειάστηκε να καταφύγει εκεί.

Σκέφτομαι τον πατέρα μου, Γιώργος Ιωάννου, Αθήνα 1984 

ΤΟΥ Ε.Χ. ΓΟΝΑΤΑ.

Αυτές τις μέρες δεν έχω πρόσβαση στο ιντερνετ και έτσι έχω αφοσιωθεί σε τέσσερα πράγματα.
Να διαβάζω, να γράφω, να αποχαιρετώ το Βερολίνο και να κοιμάμαι.

Διαβάζοντας θυμήθηκα πόσο πολύ αγαπώ κάποιους ανθρώπους.
Ενας από αυτούς είναι ο Γονατάς.
Σας παραθέτω τον ''Σκαντζόχερο".

Πάνω στο λόφο, ένας σκαντζόχερος μπαίνει και βγαίνει σε μια τεράστια άδεια γλάστρα. Είναι πολύ μεγάλη για το σώμα του η τετράγωνη γλάστρα, όμως αυτός επιμένει πως κάποτε θα καταφέρει να τη γεμίσει χωρίς τη βοήθεια κανενός.
«Με τα χρόνια μεγαλώνω, μεγαλώνω και κάθε φορά τη γεμίζω και λίγο περισσότερο», σκέφτεται• «τότε θα ξεκουραστώ, σαν έρθει η μέρα που θα βουλώσω με το κορμί μου κάθε γωνιά».
Κι εξακολουθεί να μπαινοβγαίνει στη γλάστρα.
Ποτέ δεν παίρνει είδηση απ' ό,τι γίνεται γύρω του. Όχι πως είναι αδιάφορος. Είναι μονάχα αφοσιωμένος στο σκοπό του. Έπειτα είναι και κωφάλαλος.
Κάποτε όμως, με τα χρόνια, θα τη γεμίσει τη γλάστρα του, ακόμα κι αν χρειαστεί ν' αλλάξει σχήμα και να γίνει τετράγωνος.

Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

WHEN YOU LOSE SOMETHING YOU CAN'T REPLACE.

Μου λέει θέλει να με δει.
Ξανά.
Αληθινή διάσταση, αληθινός χρόνος, αληθινές αισθήσεις, με φωνή και χρώματα.
Εχει μάθει να λέει και το όνομά μου πια.
Παλιά με έλεγε Χάπινες.
Ειναι κάποιοι που εμφανίζονται εκεί που δεν το περιμένεις και σου θυμίζουν πως δεν χάνεις το χρόνο σου με τους ανθρώπους.
Ενας φίλος μου θυμίζει ποσο συχνά νιώθω να σπαταλούν το χρόνο μου και να σπαταλώ το δικό τους.
Μπλεκόμαστε σε σχέσεις που δεν τις θέλουμε πραγματικά και δε μας γεμίζουν απλά για να μην είμαστε μόνοι.
Εγώ αυτά δεν τα μπορώ.
Τον αγαπάω τον εαυτό μου για να του φέρομαι έτσι.
Όχι άλλος φόβος για τη μοναξιά.
Όχι άλλη ελπίδα.
Λίγο καθαρό αίσθημα και αέρα να αναπνεύσουμε.
Και όλα τα άλλα είναι περιττά.
Το αποφάσισα.
Δε θέλω να τον δω.
Τώρα, φεύγω.

Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2013

4.


Τέσσερα χρόνια μετράω
τέσσερα χρόνια από την πρώτη φορά που σε άκουσα
δύο από την τελευταία.
Κανονικά δεν θα έπρεπε καν να υπάρχει στο μυαλό μου η απόσταση
αφού μόνο ένα είναι το σημείο: παρελθόν.
Δυστυχώς η μέρα που δεν είχαμε τι να πούμε και έπρεπε να σε κοιτάω στα μάτια ήρθε κι έφυγε.Καστανά μάτια να γελάνε και να θυμώνουν.
Ποτέ ψυχρά.


Μόνο όταν δεν με κοιτάνε.
μόνο όταν τα κλείνεις
μόνο όταν παύεις να με αγαπάς.
μόνο όταν δεν είναι δικά σου.
Ο Τσαρλς τώρα θα έπινε το ουίσκι του.
Τα χέρια ιδρωμένα, πικρή γεύση.
Τσιν τσιν.
Αν ήταν εδώ θα έμπαινα κάτω από τη μασχάλη του στην τρύπια λερωμένη βρωμερή από τσιγαρίλα μπλούζα του με τα ξεραμένα αίματα από το χθεσινό καβγά έξω στο μπαρ.
Δε θα χρειάζονταν λόγια.Σαν εμάς.
Ψέμματα, κάποτε μόνο μιλούσαμε-μέχρι οι φωνές μας να τελειώσουν.
Μετά πληγώναμε ο ένας τον άλλον, ακριβώς επειδή άλλοι πρόλαβαν να μας πληγώσουν πρώτοι.
Ψέμματα πάλι, εμένα δεν είχε προλάβει άλλος-μέχρι να έρθεις εσύ.
Τέσσερα χρόνια πριν, κι ακόμα στη 1 το πρωί θα περιμένω το τηλέφωνο να χτυπήσει.
Ακόμα κι αν έχω αλλάξει αριθμό.
Μόνο ρούχα δεν έχω αλλάξει.
Όλη μου η ντουλάπα είναι μπλε.
Αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν μια μέρα όλα βάφονταν κόκκινα.
Το σιχαίνομαι το κόκκινο.

Δε μου λείπεις.
Δε σε θυμάμαι.
Ο Τσάρλς μόνο μου ζήτησε να του πω για εξιδανικευμένους έρωτες για να γιορτάσουμε την επέτειό μας.

Σάββατο, 3 Αυγούστου 2013

ΤΟΥ ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ.

Δυο από τα τελευταία ποιήματα του Μπουκόφσκι.
Δε θα σχολιάσω, θα καταλάβετε γιατί.
Στον Τσαρλς και την αγάπη του.

Και γαμώ τα ζευγάρια
Ήμασταν μονίμως άφραγκοι, μαζεύοντας τις εφημερίδες της Κυριακής από τους
σκουπιδοτενεκέδες της Δευτέρας (και μαζί τα επιστρεφόμενα μπουκάλια
από τ' αναψυκτικά).
μονίμως μάς έκαναν έξωση απ' το παλιό μας σπίτι
μα σε κάθε νέο διαμέρισμα θα ξεκινούσαμε μια καινούρια ζωή,
μονίμως τραγικά καθυστερημένοι στο νοίκι, το ραδιόφωνο
να παίζει θαρραλέα στο σπαραγμένο ηλιοβασίλεμα, ζούσαμε σαν εκατομμυριούχοι, σαν να 'τανε ευλογημένες οι ζωές μας, και αγαπούσα τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της
και τα σέξι φορέματά της, κι ακόμη τον τρόπο της να γελάει μαζί μου
έτσι που καθόμουνα με τη σχισμένη μου φανέλα στολισμένη με
τρύπες απ' τα τσιγάρα: ήμασταν φοβερό ζευγάρι, η Τζέην κι εγώ, αστράφταμε μες
στην τραγωδία της φτώχιας μας σαν να ήταν αστείο, σαν να μη
μας ένοιαζε και δεν μας ένοιαζε μας έπνιγε μες στον λαιμό κι εμείς
πεθαίναμε στα γέλια.
λέγανε αργότερα πως
ποτέ δεν είχαν ακούσει να τραγουδάνε τόσο άγρια, να τραγουδάνε τόσο χαρούμενα
τα παλιά τραγούδια
και ποτέ
να ουρλιάζουνε τόσο και να βλαστημάνε
να σπάνε τα γυαλικά
τρέλα
οχυρωμένοι για τη σπιτονοικοκυρά και την αστυνομία (ήμασταν εξάλλου έμπειροι επαγγελματίες) να ξυπνάμε το πρωί με τον καναπέ, τις καρέκλες και την τουαλέτα
σπρωγμένα μπροστά στην 
πόρτα.
μόλις ξυπνάγαμε
έλεγα πάντοτε: προηγούνται οι κυρίες

κι η Τζέην θα έτρεχε στο μπάνιο για λίγα λεπτά κι ύστερα
θα ήταν η σειρά μου και

ύστερα, πίσω στο κρεβάτι, ν' αναπνέουμε κι οι δύο ήρεμα, ν' αναρωτιόμαστε
ποια
καταστροφή θα μας φέρει η νέα μέρα, να αισθανόμαστε παγιδευμένοι, πεθαμένοι, 
ηλίθιοι, απελπισμένοι, να αισθανόμαστε ότι έχουμε ξοδέψει και την έσχατη τύχη μας,
βέβαιοι ότι τελικά δεν έχουμε
ούτε την ελάχιστη τύχη με το μέρος μας.

μπορεί να πιάσει βαθιές ρίζες η μελαγχολία όταν κάθε πρωί βρίσκεσαι αμέσως με την πλάτη στον τοίχο μα πάντα καταφέρναμε να βρούμε τρόπο και να τα βγάλουμε πέρα με όλα αυτά.
συνήθως μετά από 10 ή 15 λεπτά η Τζέην θα έλεγε
σκατά! κι εγώ θα έλεγα ναι!
κι ύστερα, άφραγκοι και χωρίς καμία ελπίδα θα βρίσκαμε έναν τρόπο για να
συνεχίσουμε, κι ύστερα με κάποιον τρόπο θα τα καταφέρναμε.

η αγάπη έχει τους πολλούς παράξενους δρόμους της.

Barfly
η Τζέην, που είναι πεθαμένη εδώ και 31 χρόνια,
δεν θα μπορούσε ποτέ
να φανταστεί ότι θα έγραφα ένα σενάριο για τις μέρες
που πίναμε μαζί
και
ότι θα γινότανε ταινία
και
ότι μια όμορφη ηθοποιός θα έπαιζε τον δικό της
ρόλο.
μπορώ ν΄ ακούσω την Τζέην τώρα: ?Μια όμορφη ηθοποιός; μα,
για όνομα του Θεού!?

Τζέην, έτσι είναι οι σώου μπίζνες, γι' αυτό πήγαινε,
αγαπημένη μου, πάλι να κοιμηθείς, γιατί
όσο σκληρά κι αν προσπαθήσουνε
δεν θα μπορέσουνε να βρουν καμία ακριβώς σαν
εσένα

κι ούτε κι εγώ
θα μπορέσω.

Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

MUSIC WHORE.

Η μουσική βιάζει το σώμα μου ξανά και ξανά.
Το σώμα μου τρέμει, έρπομαι.
Ξαπλώνω με το κεφάλι κάτω.
Ίσια το κεφάλι να πιέζεται.
Όχι μαξιλάρια και μαλακίες.
Τα ματιά πιέζονται σφιχτά.
Τα χέρια γδέρνουν τοίχο.
Η φωνή δε βγαίνει.
Μόνο πλέη μπακ.
Τα χείλη ακολουθούν τις ποπ τσιρίδες.
Η Μαντόνα με τη λεπτή της φωνή, μπαίνει σε όργιο.
Επρεπε να γίνω κι εγώ ποπ σταρ.
Είναι μυστικό ταλέντο μου.
Κάποιος άλλος θα έλεγε πορν σταρ.
Και θα επιβεβαίωνε πως έχω κάψει την ταυτότητά μου και έφυγα με πλαστό όνομα και ηλικία.
Πάμε πιο μινιμαλιστικά ηλεκτρονικά για να βυθιστώ σε ύπνο.
Σκάνε μπάσα σαν βόμβες στο μυαλό μου.
Δυναμώνω μήπως και σκάσουν τα τύμπανα στα αφτιά μου.
Βάζω να βλέπω ταινίες του Man Ray και του Duchamp.
Φανταζομαι υπότιτλους χωρίς φωνές.
Φαντάζομαι ασύγχρονες ταινίες.
Φαντάζομαι μια παλιά συγχρονισμένη σχέση μου και τις -κάποτε- ευτυχισμένες φωνές μας.
Φαντάζομαι να χορεύω με δύναμη  μέχρι κάποια στιγμή το σώμα μου να ξεβιδωθεί.
Πήγα χθες σε ένα κλαμπ.Σήμερα το έφερα σπίτι μου.
Αυτό που ακουμπάς το χέρι ηδονικα στον τοίχο καθως μπαίνεις στον καπνό και αγγίζεις υγρασία.
Βλέπω μόνο λίγα καρέ μεσα στο δευτερόλεπτο από τα φώτα που αναβοσβήνουν.
Προσπαθώ να εντοπίσω βλέμματα γύρω μου.
Χάνομαι στα μαλλιά μου.
Νομίζεις ότι δε θες να σκέφτεσαι, αλλά και να θες δεν μπορείς.
Δεν ακούς εσένα, δεν ακούς κανέναν.
Tα ακουστικά είναι ο νέος σύντροφος.
Ζω σε ένα βίντεο κλιπ.
Ντουπ ντουπ.