Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

ΟΣΑ ΠΟΝΑΝΕ, ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ.


ADIE | Chill photographieΕίμαι άρρωστη. Ξαπλώνω στο πάτωμα προσπαθώντας να πάρω ανάσα.
Νομίζω πως πεθαίνω μόνη.
Το ένστικτό μου με προστατεύει, το μυαλό μου με σέρνει σε ονειρικές πραγματικότητες.
Τέτοιες στιγμές ο φόβος, κάθεται κάπου στο βάθος και περιμένει να περάσουν οι πιο νέοι, οι βιαστικοί.
Τα μάτια θολώνουν αλλά θυμάμαι καλά, βλέπω καλύτερα.
Είμαι σε μνήμες και σώματα άλλων, συγγενών νεκρών ή και αγαπημένων προσώπων, το υποσυνείδητό μου τα μπλέκει.Βρίσκομαι σε άλλες εποχές, αναίσθητη ή ζω περιπετειες.
Η φωνή δεν ξέρω αν υπάρχει καν.
Κινηματογραφώ συνεχώς, το μυαλό μου γίνεται μηχανή προβολής που ξεμένει από κάρβουνο.
Δεν μπορώ να το ελέγξω, του δίνω ό,τι όπλα μου απομένουν.
Αφήνομαι και ξαφνικά ειναι ένα μεγάλο πλαστικό σώμα με κυοφορεί με κουκουλώνει και εγώ ασφυκτιώ.
Πνιγμένη, ανοίγω τα μάτια.Βήχω.
Ο λαιμός μου δε νιώθει τίποτα.Ούτε μπορεί να πει.
Ο Τομ με κοιτάει από τη θέση του και μου θυμίζει ότι οι μεγαλύτερες ευαισθησίες βρίσκονται στην ακοή.
Εκείνη την ώρα, με παίρνει τηλέφωνο.
Μου κάνει παρέα, χωρίς να θέλει να δείξει αν έχει αισθήματα.Παίζει το ρόλο που χρειάζομαι.
Νιώθω σαν παγιδευμένο ζωο, αδύναμο, στο ακουστικό.
Αποφασίζω να αγνοώ επιλεκτικά και να κρατάω τα αναγκαία μόνο.
You are all I need, που λες Τομ.
Του μιλώ ανήσυχη, με ραγισμένη φωνή για τα όνειρα μου.
Με μεταμορφώνει σε Σταχτοπούτα.
Και τότε όντως, όλα εξαφανίζονται μαγικά.

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ ΤΗ ΦΡΙΝΤΑ.


Σε είδα πάλι στον ύπνο μου. Περπάτησες στην πλατφόρμα 31.Σε είδα με την άκρη του ματιού μου.Στάθηκες και περιμένεις το τρένο. Παρατηρώ την μεγάλη βαλίτσα που κρατάς σφιχτά στα χέρια.Δεν ήξερα αν κινείσαι ή όχι. Κοιτούσες συνέχεια μπροστά. Κάποια στιγμή έκατσες πάνω της  βάζοντας και εκείνη σε θέση να κοιτάει σε αναμονή. Όταν μπήκα μέσα μπερδεύτηκα στο χάος με τις εφημερίδες και τα τσιγάρα. Σκεφτόμουν ότι μπήκα σε λάθος εποχή, σε λάθος χωροχρόνο. Εψαξα το άρωμά σου και το έντονο κυπαρρισί της δερμάτινης βαλίτσας. Όλοι κινούνται. Εσύ όμως, έρχεσαι και κάθεσαι απέναντί μου, γυρνώντας το πρόσωπο σου ώστε να χαμογελάσεις ντροπαλά και γοητευτικά. Όσο σου πάει. Οι αναλογίες του προσώπου και οι μαύρες τρίχες στο λευκό δέρμα, μου θυμίζουν τη Φρίντα. Όλα πάνω σου μοιάζουν ατελή και αυτό σε κάνει ακόμα πιο τέλεια. Όσο κοιτάζεις έξω στη διαδρομή, θέλω να  χαιδέψω το κόκκινο κραγιόν να δω αν ξεβάφει. Δεν κοιτάω πια το χρώμα της βαλίτσας. Μόνο τα δικά σου χρώματα θυμάμαι πια. Ακουμπάς απαλά το χέρι στη φούστα. Μου θυμίζει τον τρόπο που ξεκουραζε η γιαγιά μου τα χεράκια της μετά το κέντημα. Τα μαλλιά μου είναι πιο γκρίζα από ποτέ, σκέφτομαι μπλεγμένη στα χρώματά σου. Σφίγγω την παλάμη μου. Ξυπνάω.

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Η ΦΙΓΟΥΡΑ ΤΟΥ.


Είναι τυχαία εκεί.
Ή εγώ είμαι τυχαία. Όχι εκεί.
Το σημείο αυτό το μοναδικό, που έφτασε χωρίς να ξέρει ή να το θέλει.
Εκεί που νιώθει τόσα πολλά.
Εκεί που νιώθει υπερβολές.
Aυτός που δεν κοιτάει πια.
Οι παλάμες σφίγγουν όσο ποτέ, τα δάχτυλα τρέμουν.
Καμία σκέψη αγκαλιάς, μόνο προσπάθεια
αναγνώρισης
μιας φιγούρας που φεύγει
με τα μάτια μισόκλειστα.

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

31+1.


-κτουπ-
Χτυπάς το χέρι σου την ώρα που χορεύεις.
Δεν περίμενα να πέσεις, σαστίζω για μια στιγμή.
Στο τυλίγω και φιλάω τη μελανιά σου για να γίνει καλά πιο γρήγορα.
Πόσο αγαπάω τις μελανιές της χαράς στο λευκό δέρμα.
Με το άλλο, με αγκαλιάζεις και φέρνεις το κεφάλι μου στη γωνία που φτιάχνει ο κορμός με το χέρι.
Γωνία ζεστή και αγαπησιάρα, όπως όλα τα καταφύγια και τα ραντεβού στην ιστορία.
Τότε είναι η στιγμή για ησυχία.
Τότε που θες να κλάψεις και δεν μπορείς.
Μην ξέροντας αν είναι από αδυναμία ή δύναμη.
Νομίζω ότι βουλιάζουμε στο πάτωμα.
Πιο κάτω δεν πάει όμως.
Ο χώρος είναι προβολές της ψυχής μας.
Κοιτάω το ραγισμένο ταβάνι μας. Αραγε έχω δει πιο όμορφο ταβάνι στη ζωή μου;
Αρχίζεις να μου μιλάς και να εξηγεις πράγματα που ξέρω ήδη ή έχω φανταστεί.
Στο μυαλό μου, έξω έχει ήδη σκοτεινιάσει.
Σε τραβάω και ντυνόμαστε και πλενόμαστε και βάζουμε τα πιο χοντρά μας ρούχα, να μην κρυώνουμε.Το ένα πάνω από το άλλο, αυτό είναι το κόλπο.Μακάρι να οδηγούσα, εύχομαι μέσα μου, τέτοιες στιγμές.
Αλλά ας βγούμε στο κρύο να αναπνεύσουμε σαν άνθρωποι.
Όπως τότε, πριν από χρόνια που ήθελα να τρέχω στα πρώτα κρύα.
Θα πάμε στον πιο ωραίο δρόμο, στον άδειο, με τα δέντρα και τα Χριστουγεννιάτικα φώτα.
Εκεί που εντυπωσιαζόμαστε από όλα αυτά που δεν μπορούμε να αγοράσουμε.
Τα χνώτα στο κρύο προδίδουν αναστεναγμούς, δεν είναι για πολλά πολλά.
Αυτή τη φορά θα πάρουμε μια βαθιά ανάσα μαζί, συγχρονισμένη.
Σαν κολύμβηση.
Αν δεν κρύωναν τα χέρια μου θα τραβούσα μια φωτογραφία.
Εχω αγοράσει μια φωτογραφική μιας χρήσεως που κουβαλαω αυτές τις μέρες πάνω μου, αλλά ακόμα δεν έχω τραβήξει καμία.Απορώ γιατί λέει 31 και όχι 32.
Ξέχασα ότι με τράβηξες εσύ μια όταν ετοιμαζόμουν, αλλά θα το μάθω μόνο όταν εμφανιστούν.
Τότε θα ανακαλύψω πολλές φωτογραφίες που λείπουν.
Προς το παρόν, βάζουμε λίγο χιόνι στο χέρι σου για τη μελανιά και γυρνάμε γρήγορα στο γκρι μας σπίτι.
Βάζουμε ταινία και σε παίρνει ο ύπνος ένα κλικ πριν από μένα.
Ωραία τα κλικ.
Φτάνουν για να προλάβεις να χαμογελάσεις πριν κοιμηθείς.