Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

ΜΙΑ ΤΑΞΙΔΙΑΡΑ ΨΥΧΗ.

από το αρτομάκι, Κοχυλία
 Εγραφα, μία από τις πρώτες νύχτες που κοιμήθηκα στο σπίτι στη Θεσσαλονίκη ξανά:
"Δεν ξέρω για πόσο και αν θα μείνω. Θέλω να επεξεργαστώ σε ησυχία την περιπέτειά που έζησα.
Γύρισα με ενθουσιασμό να γράψω ιστορίες για τα ταξίδια που έκανα.
Νιώθω σαν το Γκάλιβερ της στολισμένης καπιταλιστικής Ευρώπης.
Τόσες στιγμές μάζευα προσεχτικά για να μη χασω καμιά σε τόσες αλλαγές με τραίνα, αεροπλάνα και οδοιπορικό.
Κάποιες φορές  γελάω μαζι μου και αναρωτιέμαι πως γίνεται να χάσω κάτι αφού ίσως δεν έχω ζήσει απολύτως τίποτα, όλα είναι στο μυαλό μου εκείνο το λεπτό ή και δεν υπάρχω.
Δε θέλω να με τσιμπήσω,ας είναι όλα υπό αμφισβήτιση-όσο λογική και να θέλω να είμαι.Δεν με νοιάζει και πολύ.Αλλά είναι ωραίες σκέψεις, υπερβατικές.
Μου θυμίζει τις radiohead στιγμές που είμαι ξαπλωμένη πριν τον ύπνο και ακούω το Videotape και νομίζω πως η φωνή του Τομ βρίσκεται κλεισμένη σε όλα τα μάτια των σκύλων που έχω κοιτάξει και μετά με τα δαχτυλάκια που χορεύουν πάντα, ταρακουνάει το στρώμα σαν να περνάει υπόγειος σιδηρόδρομος. 'Η η στιγμή που σε ολα τα ταξίδια και τις βόλτες ακούω την κιθάρα του Τζώνι να κλαίει και με συγκινεί κι εμένα μαζί του.
Τότε, γίνομαι ταχυδακτυλουργός που ψάχνει τρόπο να εξαφανιστεί τελείως.
How to disappear completely, σε άλλα λόγια.
Είτε αυτό είναι στο κρεβάτι μου, είτε σε κάποιο στενό δρομάκι ενώ χαζεύω, είτε ενώ είμαι με παρέα που δείχνω πως διασκεδάζω (που ίσως και να συμβαίνει),είτε στα σινεμά,είτε όταν κάθομαι μπροστά σε κάποιο έκθεμα σε γκαλερί στο Παρίσι και αναρωτιέμαι γιατί δεν ντρέπομαι που σε καιρό πολέμου να ασχολούμαι με φιλοσοφία και τέχνη, είτε σε πάρκο του Λονδίνου όπου όλα τα χρώματα με γεμίζουν ευτυχια, είτε σε παιχνιδάδικο του Βερολίνου που νομίζω πως είναι η χαμένη μου οικογένεια.
Οι βόλτες έγιναν αντιβιώσεις.
Ειδικά για μας τις αόρατες Ευτυχίες.
Και για αυτό ευχαριστώ όποιον έγινε εστία αγάπης στα ταξίδια μου.
Είναι ωραίο να τα μοιράζεσαι αυτά τα αρτομικά."
Αυτή τη χρονιά, φύτεψα και συνεχίζω να φυτεύω πολλά σποράκια μέσα μου και περιμένω να ανθίσουν και με αυτή τη σκέψη χαμογελάω πριν κοιμηθώ.

Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ ΟΛΑ.


Δειξε μου τον τρόπο που κινείσαι, δείξε μου το δρόμο για το κρεβάτι, δείξε μου πως να μεθώ από χαρά ξανά, δείξε μου πως γλιστρας μόνος στα πατώματα όταν δε σε βλέπουν, δείξε μου πως να τεντώνω τα χέρια μου πιο ψηλά, δείξε μου πως να βλέπω τα μέρη που ξερω σαν να μην τα έχω ξαναδεί, δείξε μου πως ο χρόνος δεν μεγαλώνει την απόστασή μας, δείξε μου πως να μη φύγω, δείξε μου πως να χορεύω χάνοντας το ρυθμό.
Δε μου δείχνει τιποτα.Μιλάω στον τοίχο.
Θέλω να πάρω μια ηλεκτρική σκούπα και να ρουφήξω το μέσα από το μυαλό μου.Να γίνω ένας λευκός καμβάς.
Και να σεβαστώ τόσο τον εαυτό μου που να μην αφήσω πιτσιλιά να με λερώσει.
Όποτε κάνω τη σκέψη αυτή, θυμάμαι το φίλο μου που έλεγε πως μοιάζω με πίνακα του Πόλλοκ και εγώ θύμωνα γιατί νόμιζα πως με έλεγε άσχημη.
Αποφασίζω να έχω φανταστικό φίλο με στοιχεία όλων αυτών που ακόμα θέλω να αγαπώ.
Θυμάμαι το χαμόγελο του που έσβησε το καλοκαίρι σαν τσιγάρο παράνομο.
Φαντάζομαι να με κοιτάει ενώ κοιμάμαι χωρίς να ξέρω πόση βία του εμπνέω, αλλά δεν έχω φόβο.
Πιο πολύ απ'όλα,αγαπώ τη φωνή του και μετά τις γραμμές στα χέρια του ή κάποιο μικρό χαρακτηριστικό που κρύβεται για τους λίγους-αυτούς που βλέπουν.
Με συναντάει σαν έκπληξη, στα πιο όμορφα μέρη που έχω δει στη ζωή μου.
Τότε η δική μου φωνή, αποκτά δεύτερες και τρίτες φωνές που τραγουδάνε μέσα μου και νιώθω τόσο ευτυχισμένη που χάνω τις αισθησεις μου σαν να ακούω το πρώτο κρουστό στην έναρξη αγαπημένης συναυλίας.
Μπαμ.
Ίσως η σχέση μας να είναι κινηματογραφική και να μην το ξέρουμε.
Ίσως πρέπει να κάνω περισσότερο χώρο για αυτόν.
Η σχεση μου με το φανταστικό μου φίλο πρέπει να λήξει πριν την προλάβει η καθημερινότητα.
Γιατί, ο έρωτας είναι ποιητική πράξη.

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ.


Τα στολίδια στο χριστουγεννιάτικο δέντρο που έχουμε στο σπίτι, είναι κάθε χρόνο τα ίδια από τότε που γεννήθηκα.
Και το έλατο και το σπίτι και όλα είναι παλιά.
Δε βρίσκω νόημα εδώ και χρόνια για στολισμούς.
Αλλωστε,
πάντα με συγκινούσαν ιστορίες για δεντράκια που παράτησαν γυμνά στο κρύο και στολίζονταν με σκουπιδάκια που θέλησαν να τα ζεστάνουν.
Από την άλλη, λίγα όμορφα κουκλάκια και λαμπιόνια, δίνουν ψευδαίσθηση χαράς σε ένα άδειο σπίτι, κι εμένα αυτό με διχάζει γιατί το κατανοώ.
Όταν περπατάω και παρατηρώ τα πολύ στολισμένα σπίτια ή φορτωμένες βιτρίνες νιώθω πως διακρίνω την κιτς προβολή της καταθλιψης που βιώνουν οι άνθρωποι γύρω μου.
Όσο μεγαλύτερη η θλίψη, τόσο πιο λαμπερός ο φιόγκος.
Ετσι, γέμισαν όλα τα μπαλκόνια κοκκινοπράσινα κορδελάκια και αστέρια.
Χαρμολύπη, με το "καλημέρα σας".

Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

ΤΕΧΝΗΤΗ ΑΝΑΠΝΟΗ.


Ασφυκτιώ, δεν μπορώ να κοιμηθώ.
Βγαίνω να πάρω ανάσα κρύα, στο μπαλκόνι.
Το κάθε βλέμμα με τρελαίνει όλο και περισσότερο.
Κλείνω τα ματια μου με τις χούφτες μου, προσπαθώ να μου εξηγήσω γιατί ή να μη σκέφτομαι καθόλου.
Βάζω ένα σιντί, που από την εφηβεία μου ψιθυρίζει το άγχος του να βρω τον εαυτό μου.Τα ντραμς λιώνουν τα τύμπανα του αφτιού μου όλο και πιο πολύ κι εγώ συνεχίζω να δυναμώνω σαν να μην άκουσα ήδη καλά.
Δεν θυμάμαι μήπως;
I'm so lost, I'm barely here.
It's too late to save me, you're too late.
I'm sick with comprehension.
Πόσο φοβάμαι το σκοτάδι τέτοιες στιγμές.
"Μη φοβάσαι πια
την καλοκαιριάτικη βροχή
τις νύχτες που ξυπνάς
απ΄ τον βαθύ των φύλλων ψίθυρο.
Κλείσε τα μάτια μόνο καλύτερα,
κι άνοιξε κείνη την καρδιά σου.
Ίσως την αποπλύνει η καταιγίδα."
Μακάρι, αγαπημένε μου Σαχτούρη.
Αναρωτιέμαι γιατί πιστεύω πως χάνω τον εαυτό μου.
Χαζεύω φωτογραφίες που με τράβηξαν πρόσφατα,κάνω ζουμ προσπαθώντας να βρω, να αναγνωρίσω πράγματα που ίσως δε βλέπω από αυτή τη θέση την τόσο εγωιστική.Ψάχνω να βρω κάποιο νόημα, κάποιες σχέσεις, κάποιες συνθήκες που έχουν αλλάξει.
Νιώθω να βράζω μέσα μου και παράλληλα μια ήρεμη δύναμη με λούζει με κρύο νερό και με τυλίγει με πετσέτα για να μην τρέμω.
Με ενοχλεί αυτό, με μπερδεύει.
Καταλήγω στο πιο απλό.
Τίποτα δεν έχει αλλάξει και όλα είναι διαφορετικά.
Το πνίξιμο του θυμού, του αισθήματος, της συγκίνησης.
Το τραγούδι ταρακουνάει την οργή της εφηβείας μου, το ποίημα το συγκινησιακό μου.Μου μιλούν για πρώτες ύλες, για ένστικτα.
Και ο φόβος εκεί, τα πάτησε κάτω μπροστά στην κοινωνική ενηλικίωση.
Όλα εκεί, αλλά στην αναμονή, πιστοί συγκάτοικοι, να αφήνουν όλο και λιγότερο χώρο αναπνοής.
Σήμερα δε θα κοιμηθώ, αλλά τουλάχιστον θα πάρω μια βαθιά δόση οξυγόνου ελπίζοντας να μπορέσω σε λίγο να αναπνέω ξανά.

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ.

Παίρνω το χέρι σου και γράφω πάνω το όνομά μου.
Εσύ παραγγέλνεις ποτό για σένα, αφού εγώ δεν πίνω.
Φοβάμαι μην πιεις παραπάνω, ζαλιστείς και δε θυμάσαι.
Με τη σκέψη, κουμπώνω την παλάμη μου στα δάχτυλά σου σαν κομματάκια πάζλ.
Πιο γρήγορα θολώνουν για μένα όλα μάλλον.
Φαντάζομαι το χώρο να αλλάζει σχήμα και να μη χωράω πια.
Ίσως η Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων να ήταν απλά ερωτευμένη.
Ίσως.
Τη φαντάζομαι με μαλλιαρό πουλόβερ ή ακόμα και γούνα και βούλες κάτω από τα μάτια.
Πολύ μπερδεμένη, δεν ξέρει ποιο σημείωμα να πρωτοδιαβάσει, να μεγαλώσει ή να μικρύνει, την κυνηγάει κι ο λαγός με το άγχος του χρόνου στο λαιμό, πνίγεται στα ίδια της τα δάκρυα και τις υπερβολές,χάνεται σε λαβυρινθους που κανείς δεν πρόλαβε να της χτίσει, δε φτάνει ποτέ στο σημείο που ψάχνει γιατί κι αυτό εξαφανίζεται από το χάρτη, το μόνο που θυμάται είναι ένα χαμόγελο κι αυτό όσο τρέχει σε πάρτυ ψευδαισθήσεων σβήνει, χορεύει χορεύει με το ρυθμό του τικ τακ, τρέχει μακριά του αλλά ο ρυθμός την γραπώνει.
Κοιτώ το χέρι μου ξανά και βλέπω τα δάχτυλά του να το χαιδεύουν χωρίς να με έχει αφήσει όση ώρα εγώ κάνω αυτές τις σκέψεις.
Μου αρέσει πολύ όποτε δε μιλάμε να μου δείχνει έτσι την παρουσία του.
Χαμογελάω κρυφά, αναρωτιέμαι από πότε μου αρέσει αυτή η μπαλάντα που παίζει.
Σκύβω το πρόσωπό προς τον κορμό και μυρίζω τη μπλούζα μου. Μυρίζει Βερολίνο, θυμάμαι ότι την έπλυνα εκεί τελευταία φορά πριν τη φορέσω σήμερα.
Summertime sadness, α ναι, αυτή είναι η μπαλάντα.
Αφήνω το χέρι, αφήνω και το αίσθημα πριν με αφήσει αυτό.

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

ΑΝΑ-ΜΕΣΑ ΜΑΣ.


Κάθε μεσάνυχτα ξύπνια.
Στην πόλη που με ρούφηξε μέσα στο σπίτι σαν πισίνα που άδειασε χωρίς να το καταλάβω.
Και απορώ πως χώρεσα να ξεγλιστρήσω από τη χαραμάδα.
Βρίσκω τον εαυτό μου να παρατηρεί συνεχώς και να φτιάχνει νέα σενάρια.
Όχι τόσο για ταινίες όσο για ψυχοσυνθέσεις.
Η πόλη έχει πιο άγνωστα-γνωστά πρόσωπα κι από αυτά που περιγράφει ο Ιωάννου.
Οι χειμώνες δεν ξέρω αν μυρίζουν ίδιοι.Προσπαθώ να εντοπίσω μυρωδιές.
Μανταρίνι, κάστανο, κανέλλα, μάλλινα βγαλμένα από ντουλάπες ζεστές, καραμέλες για το λαιμό.
Ονειρεύομαι να ήμουν κάπου όπου θα ήταν καθαρές οι μυρωδιές και θα ένιωθα ήρεμη σαν πάγος.
Φαντάζομαι κορίτσια να χορεύουν με χιονοπεδιλάκια και να γελάνε όσο πέφτουν.
Μετά μου έρχονται αληθινές εικόνες από τις άρρωστες οικογενειακές γιορτές, που δεν ξέρω αν θέλω να τις θυμάμαι πια.
Κάποια στιγμή πριν λίγο καιρό, ένιωσα για πρώτη φορά στη ζωή μου τι σημαίνει Αιώνια Λιακάδα Ενός Καθαρού Μυαλού. Σημαίνει ευτυχία και πόνος μαζί. Σε ένα αίσθημα.
Μάλλον αυτά θα σκέφτεται και κάποια άλλη εκεί έξω.Κάποια που ίσως πουλάει ζεστή σοκολάτα σε κακομεθημένα παιδιά ή κάποια που πουλάει το κορμί της.
Στη φαντασία μου, αυτά δεν είναι υποθέσεις, Είναι μικρές μαγικές κλειδαρότρυπες.
Και στο δικό μου κουτάκι που έχω κλειδωθεί, στην πόλη αυτή, φαντάζομαι πως ίσως κάποιος να κρυφοκοιτάει.
Γι'αυτό κάθε φορά που ξενυχτώ, δε νιώθω μόνη.